ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΑΛΠΗ... ΦΟΒΕΡΑ ΛΟΓΙΑ !


ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΓΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ,
Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΜΗΤΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ, ΗΤΑΝ ΜΟΝΑΔΙΚΕΣ!

ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΟΥΣΕ ΠΟΤΕ ΚΑΙ
ΜΕ ΤΙΠΟΤΕ!
ΤΑ ΕΒΑΛΛΕ ΜΕ ΒΑΣΙΛΕΙΣ, ΠΡΟΕΔΡΟΥΣ, ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥΣ, ΥΠΟΥΡΓΟΥΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ "και πάει λέγοντας", με στοιχειοθετημένα πάντα επιχειρήματα και σπάνια ρητορική δεινότητα. Δημιούργησε άπειρες συγκρούσεις, αλλά πάντοτε για το καλό της πατρίδος και της Πίστεως!
 Οι συμβουλές του, πιθανότατα δυναμικοτέρου Ιεράρχου, που ανέδειξε ποτέ η Ελλαδική Εκκλησία, έχουν ιδιαιτέρα βαρύτητα, πόσω μάλλον όταν αφορούν, τί στάση πρέπει να κρατήσουμε οι Χριστιανοί ψηφοφόροι, στην κάλπη.
Να τις προσέξουμε όσο περισσότερο γίνεται.

«…Ἡ ἀδράνεια τῶν χριστιανῶν εἰς τὴν πολιτικήν», ἔγραφε μεταξὺ ἄλλων ὁ μακαριστὸς μητροπολίτης Φλωρίνης π. Αὐγουστῖνος, «δημιουργεῖ κενὸν καὶ εἰς τὸ κενὸν αὐτὸ εἰσβάλλουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν εἰς τὸν Κύριον, ἔχουν ἄλλας ἀντιλήψεις περὶ Θεοῦ, κόσμου καὶ ζωῆς, καὶ δαιμονιώδη δραστηριότητα ἀναπτύσσοντες, παρασύρουν πρὸς τὸ μέρος των τὰ πλήθη καὶ καταλαμβάνουν τὴν ἐξουσίαν καὶ ψηφίζουν καὶ ἐφαρμόζουν ἀντιχριστιανικοὺς νόμους, καὶ δροῦν καταλυτικῶς διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ ὁ πιστὸς λαὸς παραπονεῖται καὶ ἀγανακτεῖ διὰ τὴν ἐπικράτησιν τοῦ κακοῦ, ἐνῷ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΟΥΚ ΟΛΙΓΗΝ ΕΥΘΥΝΗΝ ΕΧΕΙ…

Καὶ ἡ ψῆφος εἶνε ὅπλον. Δυνάμει τῆς ψήφου ἀνέρχονται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἢ ἄνθρωποι χρηστοὶ καὶ ...

Γιατί ο Θεός επιτρέπει οι "ελέω Θεού" άρχοντές μας να είναι συχνά ΑΝΑΞΙΟΙ;


TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

Γιατί ο Θεός επιτρέπει οι "ελέω Θεού" άρχοντές μας, να είναι συχνά ΑΝΑΞΙΟΙ; Και αν είναι "ελέω Θεού", και "τεταγμένοι από τον Θεό" κατά την Αγία Γραφή, πώς γίνεται να είναι συχνά ανάξιοι;

Ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναϊτης, μας εξηγεί...

Ερώτησις: Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι οι εξουσίες τού κόσμου έχουν ταχθή από τον Θεό2.

Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε ότι κάθε άρχοντας η βασιλεύς ή Επίσκοπος προχειρίζεται στο αξίωμα αυτό από τον Θεό;

Απόκρισις: Ο Θεός λέει στον Νόμο: «Θα σας δώσω άρχοντας σύμφωνα με τις καρδιές σας»3. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι μεν άρχοντες και οι βασιλείς που είναι άξιοι αυτής της τιμής προχειρίζονται στο αξίωμα αυτό από τον Θεό. Οι άλλοι πάλι που είναι ανάξιοι προχειρίζονται κατά παραχώρησιν η και βούλησιν τού Θεού σε ανάξιο λαό εξ αιτίας αυτής ακριβώς της αναξιότητός των. Και άκουσε σχετικά μερικές διηγήσεις. 

Όταν είχε γίνει βασιλεύς ο Φωκάς ο τύραννος4 και άρχισε εκείνες τις αιματοχυσίες με τον Βονόσο5 τον δήμιο, υπήρχε κάποιος μοναχός στην Κωνσταντινούπολι, άγιος άνθρωπος, που έχοντας πολλή παρρησία προς τον Θεό, σαν να δικαζόταν με τον Θεό και ...

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης: Οι τελευταίες ώρες μιας Αυτοκρατορίας (29/5/1453). Toυ Βενιζέλου Λεβεντογιάννη


Η άλωση της Κωνσταντινούπολης: Οι τελευταίες ώρες μιας Αυτοκρατορίας - Media

Θεοδοσιανά τείχη. Μέγα τείχος. Βράδυ Δευτέρας 28 Μαΐου.
Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στην γεμάτη άταφα πτώματα, πεδιάδα του Λύκου. Σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε. Η Πόλη των πόλεων, θα ζούσε άλλη μια ημέρα σκληρής πολιορκίας. Ο καιρός δεν ήταν πολύ κρύος, είχε όμως μια υγρασία που τρυπούσε τα κόκαλα. Τύλιξε τον βαρύ μαύρο μανδύα του πάνω από την πανοπλία του.
Ήταν κουρασμένος. Όλα τα μέλη του πονούσαν φρικτά. Στην σκουρόχρωμη μεταλλική του πανοπλία, η υγρασία σχημάτιζε μικρά αυλάκια νερού που έπεφταν στο έδαφος. Στο βάθος, στο στρατόπεδο του Αμιρά, η νύχτα είχε γίνει μέρα, από τις εκατοντάδες φωτιές που είχαν ανάψει. Τα τύμπανα δεν σταματούσαν λεπτό να χτυπούν. Οι κραυγές και οι επικλήσεις στον Θεό τους, ακουγόταν καθαρά μέχρι τα τείχη που στέκονταν ο ίδιος. Οι δερβίσηδες έκλαιγαν και υπόσχονταν στους στρατιώτες του εχθρού πιλάφι και γυναίκες στον παράδεισο, εάν πεθάνουν τιμημένα στη μάχη. Ένα άσχημο προαίσθημα έκανε το στομάχι του να σφιχτεί. Έφερε το χέρι του στο τεράστιο σπαθί του και χάιδεψε τη λαβή.

Έστριψε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά και είδε ότι στα υπερήφανα τείχη, είχαν απομείνει ελάχιστοι υπερασπιστές. Οι περισσότεροι εξουθενωμένοι, κοιμόντουσαν με τις πανοπλίες τους και τα σπαθιά στο χέρι. Κάποιοι είχαν αφήσει τα αρκεβούζια τους επάνω στις πολεμίστρες και κοίταζαν το κενό με βλέμμα απλανές. Όλοι ήξεραν ότι η μέρα που ξημέρωνε θα ήταν η πιο δύσκολη και η καθοριστικότερη από όλες τις ημέρες της πολιορκίας.
Πολεμούσαν αδιάλειπτα από τις 7 Απριλίου έναν ισχυρότερο και πολυάριθμο εχθρό. Και όμως άντεχαν. Κάθε ημέρα στις επάλξεις θέριζαν όποιον τολμούσε να πλησιάσει. Η τεράστια τάφρος από κάτω είχε γεμίσει και αυτή πτώματα. Κι όμως εκείνοι δεν τα παρατούσαν και με περισσότερη λύσσα κάθε φορά επιχειρούσαν εξ εφόδου να καταλάβουν τα τείχη. Ξημέρωνε η 29η Μαΐου, του Σωτήριου έτους 1453
Ο Γενουάτης Ιωάννης Ιουστινιάνης συνέχιζε να κοιτά προς το στρατόπεδο των Οθωμανών. Δεν ήταν λίγες οι φορές που άνθρωποι του σουλτάνου, εκείνου του νεαρού με τη γαμψή μύτη και τα σχιστά παμπόνηρα μάτια, τον είχαν πλησιάσει και του είχαν προτείνει να παρατήσει τον Αυτοκράτορα. Θα τον έπνιγαν στα χρυσάφια. Και εκείνον και τους 800 συντρόφους του που τον ακολουθούσαν πιστά, χρόνια τώρα. Ο μικρός στρατός μισθοφόρων που είχε δημιουργήσει ήταν ο καλύτερος στην Ευρώπη για την υπεράσπιση κάστρων. Ο 21 ετών Μεχμέτ του είχε διαμηνύσει σε τόνο που δεν σήκωνε αμφισβήτηση: «Έλα μαζί μου και θα έχεις ότι ζητήσεις. Πράγματα που ούτε έχεις φανταστεί. Μείνε με τον Αυτοκράτορα και σε περιμένει ο θάνατος»

Έφθασε στην Πόλη στα μέσα του χειμώνα, στις 26 του Γενάρη. Τα δυο πλοία του με τους 800 σιδερόφραχτους ατρόμητους πολεμιστές του, έδεσαν στο λιμάνι του Βουκολέωντα. Όταν κατέβηκαν και παρατάχθηκαν μπροστά στον προβλήτα περιμένοντας τον Αυτοκράτορα, ο κόσμος τους αγκάλιαζε και έκλαιγε από χαρά. Στα πρόσωπα τους έβλεπε τη σωτηρία τους. Ο αυτοκράτορας τον εμπιστεύτηκε και τον έχρισε αμέσως Πρωτοστράτορα. Είχε υπό τη διοίκηση του ολόκληρη την άμυνα της Πόλης.
Στην Ευρώπη όλη, οι βασιλιάδες και οι ευγενείς τον ήξεραν με το όνομα του Giovanni Guistiniani Longo. Οι Βυζαντινοί τον φώναζαν Καπετάν-Γιουστουνιά, οι εχθροί του, που τον έτρεμαν τον φώναζαν «Μαύρο Άγγελο». Η σκουρόχρωμη γκρίζα βαριά μεταλλική του πανοπλία, ο μαύρος μανδύας του και το επιβλητικό του παρουσιαστικό, ειδικά όταν «έριχνε» την περικεφαλαία του για να καλύψει το πρόσωπο του, τον έκαναν να δείχνει σαν Άγγελος θανάτου...
Αμέσως έπιασε δουλειά. Χώρισε και αναδιάταξε τον στρατό. Τους εκπαίδευσε όσο μπορούσε καλύτερα στα σύγχρονα όπλα, και ζήτησε να επιδιορθωθούν τα τείχη. Απαίτησε από τον αυτοκράτορα να πάρει δια της βίας όσους από τους νέους της Κωνσταντινούπολης είχαν κλειστεί σε μοναστήρια, για να μην πολεμήσουν. Και αυτοί ήταν οι περισσότεροι. Έδωσε ρόλο στον κάθε στρατιώτη. Όρισε το σημείο των τειχών που θα υπερασπιζόταν ο κάθε ευγενής Και τους 800 δικούς του σιδερόφραχτους, τους τοποθέτησε, στα πιο καίρια και επικίνδυνα σημεία.

Κάθε βράδυ δειπνούσε με τον αυτοκράτορα και κατέστρωναν σχέδια για να μην αφήσουν τα Θεοδοσιανά τείχη να τα πατήσει ο εχθρός. Κάθε βράδυ ζούσαν σαν να ήταν το τελευταίο. Οι υπερασπιστές ήταν «μετρημένα κουκιά: 5.000 κάτοικοι από τα απομεινάρια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και σχεδόν 3.000 Γενουάτες, Ενετοί, Ισπανοί ακόμη και Τούρκοι. Σύνολο με τις εφεδρείες το πολύ 9.000 ψυχές. Και οι απέναντι; Αναρίθμητοι. Κάποιοι έλεγαν ότι ξεπερνούσαν τις 100.000. Οι περισσότεροι Τούρκοι, αλλά και πολλοί Βούλγαροι, Σέρβοι, Ούγγροι, Βόσνιοι, Αγαρηνοί, Αμπχάζιοι, ακόμη και ...Έλληνες.
Τον Ιουστινιάνη δεν τον απασχολούσε η μεγάλη μάζα του στρατού του Μεχμέτ. Ούτε οι Βασιβουζούκοι, ούτε οι Σπάχηδες, ούτε οι Ουλουφατζήδες  μπορούσαν να συγκριθούν με τους Βυζαντινούς καταφράχτες  και τους Λατίνους σιδερόφραχτους. Τον Πρωτοστράτορα τον «έκαιγαν» οι 20.000 εξισλαμισμένοι νέοι που είχε σαν προσωπική φρουρά ο Μεχμέτ. Τους ονόμαζαν Γενίτσαρους. Ο Νέος Στρατός.  Αυτούς έπρεπε να εξολοθρεύσει... Την ίδια στιγμή μέσα στην Πόλη, τα μοναστήρια ήταν γεμάτα από νέους που δεν ήθελαν να πολεμήσουν…
Το τελευταίο βράδυ μετά τη λειτουργία στην Αγία Σοφία και πριν πάρει το δρόμο του προς τα τείχη, ο Ιουστινιάνης συναντήθηκε στο «Αυγουσταίον», με τον Αυτοκράτορα. Περπάτησαν μαζί τη Μέση Οδόν και στα αριστερά τους είχαν τον επιβλητικό Ιππόδρομο. Η φρουρά του Κωνσταντίνου είχε μείνει διακριτικά λίγο πιο πίσω, μαζί με τη φρουρά του Μαύρου Άγγελου.

Δίπλα στον Αυτοκράτορα βρισκόταν ο άνθρωπος που ο Ιουστινιάννης μισούσε περισσότερο από οποιονδήποτε. Ο Μέγας Δούξ, Λουκάς Νοταράς. Ο άνθρωπος που προτιμούσε το «Τούρκικο Σαρίκι από την Λατινική καλύπτρα». Ο Ιουστινιάννης ζήτησε από τον Αυτοκράτορα το πρωί, όταν θα ξεκινούσε η μάχη να τον κλειδώσει αυτόν και τους άλλους στρατιώτες, στην Πύλη που υπερασπιζόταν για να μην μπορέσει κανείς να φύγει: «Ή θα νικήσουμε ή θα πεθάνουμε όλοι μας επάνω στην Πέμπτη (Πύλη) και στον Άγιο Ρωμανό» του είπε και κάρφωσε δολοφονικά τα μάτια του στον Μέγα Δούκα.
Ο κόσμος που συνέχιζε να βγαίνει εκείνη την ώρα από την Αγία Σοφία είδε τον, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να δακρύζει και να αγκαλιάζει τον Πρωτοστράτορα του. Ο Λουκάς Νοταράς λίγο πιο πίσω, χαμογέλασε ειρωνικά...
Ο Μέγας Δούκας της Κωνσταντινούπολης ποτέ δεν συμπάθησε τον Γενουάτη Ιουστινιάνη. Ποτέ δεν του άρεσε οτιδήποτε προέρχονταν από τη Δύση και οτιδήποτε ήταν λατινικό. Προτιμούσε τους Οθωμανούς και τον νέο σουλτάνο Μεχμέτ. Εξάλλου ήταν μόλις 21 ετών και σε μια ενδεχόμενη κατάληψη της Πόλης από το νεαρό Σουλτάνο, εκείνος θα μπορούσε εύκολα να τον χειραγωγήσει. Ειδικά εάν χανόταν ο Αυτοκράτορας.
Ο Λουκάς Νοταράς, φοβόταν πολύ τον Ιουστινιάνη. Όχι τόσο λόγω παρουσιαστικού. Τον φοβόταν γιατί λίγες ημέρες πριν, λίγο έλειψε να του κόψει το κεφάλι μπροστά στον Κωνσταντίνο.
Ο Πρωτοστράτορας πολεμούσε για ώρες στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Τότε που οι Οθωμανοί λίγο έλειψε να εισβάλλουν. Επάνω στη μάχη ο Ιουστινιάνης έστειλε αγγελιοφόρο στα Θαλασσινά τείχη όπου βρισκόταν ο Νοταράς: «Μεγάλε Δούκα χρειαζόμαστε επειγόντως τα κανόνια και τους πολεμιστές σου. Εκεί που τα κρατάς σήμερα δεν γίνεται μάχη. Πρέπει να έρθουν όλοι ΑΜΕΣΩΣ προς βοήθεια, στην Πύλη του Αγίου (Ρωμανού). Το ρήγμα στα τείχη είναι μεγάλο. Δεν θα αντέξουμε για πολύ. Τα σκυλιά θα μπουν μέσα».

Η απάντηση του Νοταρά ήταν λιτή: «Κανείς δεν θα πάει πουθενά. Τους χρειάζομαι εδώ». Τελικά οι υπερασπιστές στα τείχη αν και πολεμούσαν από το πρωί κατάφεραν το απόγευμα να τσακίσουν όλους τους εχθρούς. Λίγοι πάτησαν στις επάλξεις αλλά και εκείνοι μακελεύτηκαν.
Το πρόσωπο του Ιουστινιάνη έγινε κατακόκκινο από το θυμό καθώς ξαναθυμήθηκε τα γεγονότα. Λίγο έλειψε να πεθάνει πάνω στις επάλξεις, το απόγευμα της 7ης Μαΐου. Οι Οθωμανοί έκαναν την μεγαλύτερη επίθεση τους. Τουλάχιστον 40.000 όρμηξαν λυσσασμένα προς τα τείχη για να τα καταλάβουν. Κάποια στιγμή ο Ιουστινιάνης με 20 δικούς του, έτρεξε λίγα μέτρα βορειότερα. Οι εχθροί είχαν στήσει σκάλες και ανέβαιναν από ένα σημείο στο οποίο οι υπερασπιστές είχαν πέσει νεκροί.
Έπεσε πάνω τους όπως ο θεριστής στα στάχια. Τους πετσόκοβε έναν προς έναν μαζί με τους 20 συντρόφους του. Ξαφνικά ένας γενίτσαρος ανέβηκε τις σκάλες και εμφανίστηκε στα τείχη. Ο Αμουράτ μόνος, άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους σιδερόφραχτους και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Πρωτοστράτωρα.
Ο Ιουστινιάνης ήταν ψήλος επιβλητικός με χέρια σαν κορμούς δέντρου και σβέρκο σαν δαμάλι. Όμως έδειχνε σαν παιδάκι μπροστά στον γιγαντιαίο Αμουρατ. Ο τεράστιος Γενίτσαρος με το κυρτό σπαθί του, επιτέθηκε με μανία στον Ιουστινιάνη. Κάθε χτύπημα τον έκανε να υποχωρεί. Δεν μπορούσε να αντέξει για πολύ την επίθεση του. Το σπαθί έπεφτε με δύναμη πάνω στην πανοπλία. Ο Γενουάτης δεν άντεξε, δεν πρόλαβε καν να ανταποδώσει ένα χτύπημα. Παραπάτησε και έπεσε. Ο Τούρκος χαμογέλασε και σήκωσε το σπαθί του. Ο Ιουστινιάνης βλαστήμησε από μέσα του, και έκλεισε τα μάτια...

Ο θάνατος όμως δεν τον βρήκε. Περίμενε με κλειστά τα μάτια και κομμένη την ανάσα τον Οθωμανό να του κόψει το κεφάλι αλλά για έναν περίεργο λόγο, παρέμενε ζωντανός. Άνοιξε τα βλέφαρα του που έσφιγγε με μανία, και το πρώτο που αντίκρισε ήταν το πρόσωπο του γενιτσάρου πεσμένο δίπλα του. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα, και κοιτούσαν τον Ιουστινιάνη γεμάτα έκπληξη. Γύρισε και είδε το τεράστιο κορμί του Τούρκου να έχει πέσει στα γόνατα. Από τον λαιμό του με κάθε χτύπο της καρδιά του που ήταν έτοιμη να σταματήσει, ξεπηδούσαν πίδακες αίματος. Δίπλα όρθιος στεκόταν με ματωμένο το σπαθί του ένας νέος και χαμογελούσε. Ήταν δεν ήταν 17 χρονών. Αν και όρθιος δεν ξεπερνούσε στο ύψος το άψυχο ακέφαλο γονατιστό κορμί του Αμουράτ.
Ο μικρός είχε δει από την αρχή τον γενίτσαρο να επιτίθεται στον Πρωτοστράτορα. Παράτησε το πόστο του και με φτερά στα πόδια έφτασε την κατάλληλη στιγμή. «Με λένε Ραγκαβή, κύρη μου και Πρωτοστράτορα...» πρόλαβε να πει, πριν ο φολιδωτός χιτώνας του τρυπηθεί σε πολλά σημεία από βροχή από βέλη. Κάτω από τα τείχη οι Οθωμανοί τοξότες είχαν δει τι είχε συμβεί και εκδικήθηκαν για τον γίγαντα τους. Ο Ιουστινιάνης σηκώθηκε ουρλιάζοντας και με το γυμνό σπαθί του πέταξε μόνος του όσους γενίτσαρους είχαν απομείνει στα τείχη. Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα για τον θάνατο του παιδιού που του έσωσε τη ζωή.
Το βράδυ στο παλάτι στις Βλαχέρνες, ο Ιουστινιάνης μπήκε στη Μεγάλη αίθουσα βρώμικος και κατάκοπος από την πολύωρη μάχη. Με συννεφιασμένο βλέμμα έψαξε τον Νοταρά. Ήταν ο μοναδικός ντυμένος με καθαρά ρούχα μέσα την αίθουσα.
Στεκόταν δίπλα στον Παλαιολόγο. Η μεταλλική μαύρη φορεσιά του Γενουάτη έτριξε καθώς εκείνος πλησίασε με δυο δρασκελιές τον Νοταρά. Το σκοτεινό βλέμμα του, τρόμαξε μέχρι και τον αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιάνης έβγαλε το τεράστιο σπαθί του από τη θήκη με ασύλληπτη ταχύτητα. Κανένα μάτι δεν κατάλαβε πως. Η παχιά και κοφτερή σαν ξυράφι λεπίδα πίεσε δυνατά και μάτωσε τον λαιμό του Νοταρά. Τα λόγια του Γενουάτη δεν σήκωναν αμφισβήτηση. Του ψιθύρισε ίσα για να το ακούσει και ο Κωνσταντίνος: «Έδω μπροστά στον βασιλιά σου θα σου πάρω το κεφάλι. Ω προδότη, δεν ξέρω τι με κρατεί και δεν σε σφάζω μ’ αυτό το μαχαίρι (traditor et che me tien che adesso non te scanna cum questo pugnal). Σκυλί γιατί δεν έστειλες βοήθεια που σου ζήτησα. Αφού στα Θαλασσινά δεν πολεμούσες. Όχι για μένα αλλά για τον Αυτοκράτορα σου, Λουκά Νοταρά.»
Ένα χέρι τον άγγιξε για να τον ηρεμήσει. Το χέρι που έπιανε απαλά το σπαθί του, ήταν του αυτοκράτορα: «Σας παρακαλώ αδέλφια. Ας αφήσουμε κατά μέρους τις διαφορές που μας χωρίζουν», αρκέστηκε να πει.
Σκηνή σουλτάνου Μεχμέτ. Βράδυ Δευτέρας 28 Μαΐου
Ο Μεχμέτ ο Β, δεν άκουγε τους συμβούλους του που μιλούσαν γύρω του. Είχε καθίσει αναπαυτικά επάνω στο παχύ χαλί της σκηνής του, στη μεγάλη και κεντημένη με χρυσές κλωστές μαξιλάρα και είχε αφήσει το νου του να ταξιδέψει. Ήταν ο τρίτος γιος του Σουλτάνου Μουράτ και η τύχη το έφερε έτσι να γίνει εκείνος Σουλτάνος μετά τον θάνατο του πατέρα του. Η αλήθεια είναι ότι ο Μουράτ τον τελευταίο καιρό πριν πάει να συναντήσει τον Αλλάχ, είχε γίνει εξαιρετικά μαλθακός. Είχε συνάψει συμφωνίες φιλίας με του Βυζαντινούς και είχε αποσυρθεί στην Αδριανούπολη, όπου και είχε επιδοθεί σε ένα ανελέητο «αγώνα» απολαύσεων και φιλοσοφίας. Βέβαια πριν από αυτό είχε κατατροπώσει τους πάντες στα Βαλκάνια και είχε εκτοπίσει τους Βυζαντινούς σε 2 θύλακες. Στον Μυζηθρά και στην Κωνσταντινούπολη. Την Πόλη που για 1000 χρόνια δεν είχε καταλάβει κανείς, σε 27 πολιορκίες.

Ο Μεχμέτ συνέχιζε να αναπολεί. Ήθελε να γίνει ο νέος Ισκεντέρ. Ο Μέγας Αλέξανδρος που θαύμαζε από μικρός. Αυτός στα 21 του χρόνια θα κατάφερνε, ότι μόνο ο Αλέξανδρος είχε καταφέρει. Θα γινόταν ο κυρίαρχος του κόσμου. Ήταν ήρεμος. Μόλις τον είχαν πληροφορήσει ότι οι «Μουγκοί» που έστειλε ο ίδιος στον μικρότερο ετεροθαλή αδελφό του, είχαν κάνει τη δουλειά τους. Με μεταξωτά κορδόνια τον έπνιξαν. Και δεν χύθηκε το τιμημένο αίμα του οίκου του Οσμάν και εκείνος τώρα δεν θα είχε κανένα που θα μπορούσε να αμφισβητήσει τα δικαιώματα του στον θρόνο.
Το μόνο που έπρεπε τώρα, ήταν να καταλάβει την «Κωσταντιγιέ». Εάν αποτύγχανε ήξερε καλά ότι οι «Μουγκοί» θα τον επισκέπτονταν και εκείνον κάποιο βράδυ σταλμένοι από κάποιον Βεζίρη του. Έδιωξε γρήγορα τη σκέψη αυτή: «Όταν μπω στην Πόλη νικητής θα της αλλάξω και ονομασία. Θα την ονομάσω Ιστανμπούλ, ή Ισλαμπόλ δεν ξέρω, θα αποφασίσω μετά» σκέφτηκε.
Στο συμβούλιο τον λόγο είχε πάρει ο Μεγάλος Βεζίρης και πιστός σύντροφος του πατέρα του, Μουράτ, ο ηλικιωμένος Χαλίλ Τσανταρλί Πασάς. Τον άκουγε να λέει ότι η Πόλη δεν πέφτει και ότι «όσο είναι καιρός να μαζέψουμε τις σκηνές μας και να επιστρέψουμε στο Ετιρνέ» ( Αδριανούπολη).
Ο Μεχμέτ έσφιξε τα χείλη του και σκέφτηκε: «Χαλίλ Πασά όταν πέσει η Πόλη ετοιμάσου να αποχωριστεί το κεφάλι από το σώμα σου. Νομίζεις γέρο ότι δεν ξέρω πως ο Παλαιολόγος σε δωροδοκεί για να σπείρεις διχόνοια στον στρατό μου και να με αναγκάσεις να φύγω».
Ο Μεχμέτ σηκώθηκε χτύπησε μια φορά παλαμάκια και όλοι σιώπησαν και κατέβασαν τα κεφάλια στο πάτωμα. Ίσιωσε την χρυσοπράσινη κελεμπία του και με ήρεμη φωνή είπε: «Μοιράστε διπλές μερίδες φαγητού στο στράτευμα. Στείλτε δερβίσηδες σε κάθε γωνιά του στρατοπέδου να τους πουν ότι αύριο το βράδυ θα κοιμηθούν σε απαλά στρώματα μέσα στην Πόλη. Θέλω οι δερβίσηδες να τους κάνουν να κλάψουν. Να τους πουν ότι όποιος πεθάνει θα πάει στον παράδεισο. Όλο το βράδυ θα χτυπάνε τα τύμπανα. Ανάψτε φωτιές παντού. Ο πρώτος που θα πατήσει τα τείχη και θα ανεβάσει τη σημαία μου στις επάλξεις, θα πάρει το βάρος του σε χρυσάφι. Οι υπόλοιποι έχουν 3 μέρες δικές τους να κάνουν ότι θέλουν μέσα στην Πόλη. Να πάρουν σκλάβες να πάρουν σπίτια να πάρουν χρυσάφια. Τους ανήκουν όλα. Σε εμένα ανήκουν τα δημόσια κτίρια και η ίδια η Πόλη. Τώρα πλησιάστε όλοι να σας πω το σχέδιο επίθεσης που σκέφτηκα...»

Λίγη ώρα αργότερα ο Μεχμέτ αποφάσισε να μιλήσει ο ίδιος στους στρατιώτες του. Ζήτησε να συγκεντρωθούν. Μια τεράστια ανθρώπινη θάλασσα γέμισε τον χώρο. Ο Σουλτάνος με σταθερή φωνή, άρχισε να λέει: «Αγαπημένα μου παιδιά, εύχομαι και σας παρακαλώ, στο όνομα του Θεού, του προφήτη του Μωάμεθ και στο δικό μου, το δούλου τους να κάνετε αύριο ένα έργο που θα μείνει στην αιωνιότητα, όπως έκαναν μέχρι τώρα παντού οι πρόγονοί μας. Να ανεβείτε με τις σκάλες στα τείχη σαν πουλιά με όλη τη γενναιότητα, το θάρρος και την προθυμία που διαθέτετε για να μη χάσουμε τη φήμη που κέρδισαν οι πρόγονοί μας με τη χάρη του Θεού. Αντίθετα, τώρα ήρθε η ώρα να την κάνουμε ακόμη μεγαλύτερη» Το ανομοιογενές πλήθος παραληρούσε και ζητωκραύγαζε. Η ώρα της τελικής εφόδου πλησίαζε…
Μέγα Παλάτιον Βλαχέρνες. Βράδυ Δευτέρας 28 Μαΐου
Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ζήτησε από τον καλό και πιστό του φίλο Γεώργιο Φραντζή να δώσει εντολή να συγκεντρωθούν μπροστά του, στην «Αίθουσα του Θρόνου», όλοι οι άρχοντες, οι στρατηγοί και οι Πρωτοσπαθάριοι της Πόλης. Μέχρι να έρθουν ζήτησε να μην τον ενοχλήσει κανείς. Άφησε το κουρασμένο του κορμί να πέσει βαριά στην μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα. Έσκυψε και έφερε τα δυο του χέρια στο πρόσωπο του. Η Πόλη του, άντεχε 50 συνεχόμενες ημέρες. Ως πότε όμως. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει από τότε που στέφθηκε Αυτοκράτορας. Ώρες ώρες ένιωθε εντελώς μόνος. Το βάρος που έφερε καθημερινά ήταν δυσβάσταχτο. Ένιωθε ότι μαχόταν σε έναν πόλεμο που από την αρχή του, το αποτέλεσμα είχε κριθεί. Κανείς δεν τον βοηθούσε. Τα θησαυροφυλάκια ήταν άδεια. Η Πόλη που κάποτε αριθμούσε περισσότερο από μισό εκατομμύριο ψυχές και ήταν το κέντρο του κόσμου, τώρα ήταν ένα μια νεκροζώντανη σκιά του εαυτού της. Τα πλοία, όσα είχαν απομείνει σάπιζαν στα νεώρια. Πολλά σπίτια ήταν πλέον άδεια…Φαντάσματα στα χαλάσματα. Κοράκια έκραζαν στον ουρανό. Οι άρχοντες δεν έδιναν χρήματα λες και όταν ο Σουλτάνος θα έμπαινε στην Βασιλεύουσα θα τους άφηνε να τα κρατήσουν. Αναγκάστηκε να εκποιήσει μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Τα τάματα του λαού του. Προσπάθησε να καλέσει τη Δύση για βοήθεια. Ακόμη την περίμενε…Κανένα πλοίο από τους Λατίνους δεν εμφανιζόταν στον ορίζοντα, παρά τις διαβεβαιώσεις.

Ευτυχώς που εμφανίσθηκε και ο Ιουστινιάνης. Βέβαια εάν η Πόλη άντεχε, ο Γενουάτης θα έπαιρνε σαν πληρωμή ολόκληρη τη νήσο Λήμνο.
Πόσο θα ήθελε να είχε χρήματα στο κρατικό θησαυροφυλάκιο. Θα μπορούσε να πληρώσει εκείνον τον τεχνίτη κανονιών τον Ουρβάνο. Η μεγάλη Μπομπάρδα θα ήταν μέσα από τα τείχη και όχι απέξω. Δεν είχε όμως…
Ο Ουρβάνος πήγε στον Σουλτάνο και η Μπομπάρδα έκανε τη γη να τρέμει σε κάθε κανονιοβολισμό. Έμαθε μάλιστα ότι στην Αδριανούπολη μια γυναίκα έχασε το παιδί που είχε στην κοιλιά της από τον φόβο της. Τόσο μακριά ακουγόταν ο ήχος του ορειχάλκινου τέρατος. Η μπομπάρδα διέλυε αργά αλλά σταθερά τα τείχη.
Χαμογέλασε ειρωνικά όταν στην αρχή οι κανονιέρηδες έριχναν στα τείχη και δεν τους προκαλούσαν την παραμικρή φθορά. Μέχρι εκείνο το πρωινό που εμφανίστηκαν οι Ούγγροι τεχνίτες που του έστειλε ο σύμμαχος του, ο Ιωάννης Ουνιάδης για να τον βοηθήσουν στην άμυνα της Βασιλέυουσας. Αντί να έρθουν μέσα στην Πόλη όπως έπρεπε, εκείνοι έτρεξαν στον Σουλτάνο. Του έδειξαν τον τρόπο να ρίξει τα τείχη. Ο Σουλτάνος τους πλήρωσε αδρά. Το δικό του θησαυροφυλάκιο ήταν γεμάτο. Οι τεχνίτες τους είπαν να ρίχνουν την πρώτη βολή σε ένα σημείο. Η δεύτερη θα έπρεπε να πέσει στην ίδια ευθεία με την πρώτη αλλά λίγα μέτρα πιο δίπλα. Η τρίτη κανονιά θα έπεφτε στη μέση και λίγο χαμηλότερα. Σαν ανάποδο τρίγωνο. Τα τείχη έπεφταν και διαλύονταν πια σαν να ήταν από άμμο. Ευτυχώς που ο λαός του τα βράδια, τα επιδιόρθωνε. Τα γέμιζε με πέτρες με άμμο ακόμη και με ρούχα και μάλλινα υφάσματα για να απορροφούν τους κραδασμούς…
Άλλοι υποστήριζαν τον Κωνσταντίνο και άλλοι τον κατηγορούσαν για «ενωτικό», ότι πούλησε την ορθόδοξη πίστη στον Πάπα. Κάποιες στιγμές αναρωτιόταν και για τον ρόλο του μοναχού Γεννάδιου Σχολάριου που είχε κλειστεί στη Μονή του Παντοκράτωρα και κατακεραύνωνε με πύρινους λόγους, εκείνον, τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, τη Δύση και οποιαδήποτε προσπάθεια άμυνας στον Μεχμέτ. « Η Πόλη είναι αμαρτωλή και θα πληρώσει για αυτό. Μετανοείτε τίποτε δεν θα μας σώσει από την οργή του Κυρίου» έλεγε και ο κόσμος συγκεντρωνόταν έξω από τη Μονή και τον πίστευε… Αναρωτήθηκε τι θα γινόταν ο Σχολάριος εάν ο Μεχμέτ έπαιρνε τη Βασιλεύουσα...
Ο πιστός του φίλος Φραντζής, διέκοψε τις μαύρες σκέψεις του. «Είναι όλοι εδώ. Σας περιμένουν…» του είπε.
Θεοδοσιανά τείχη. Μέγα τείχος. Ξημερώματα Τρίτης 29 Μαΐου
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα η πεδιάδα του Λύκου ποταμού, γέμιζε αργά από ένα ανθρώπινο ποτάμι. Δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες ο ένας δίπλα στον άλλο συγκεντρώνονταν και ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση. Στην πρώτη γραμμή οι «άτακτοι», οι βασιβουζούκοι, το ανομοιογενές ασκέρι που ακολούθησε τον Σουλτάνο στην εκστρατεία του για το πλιάτσικο. Ψηλά από τα τείχη οι υπερασπιστές χαμογέλασαν. Δεν τους φόβισε ο τεράστιος όγκος του πρώτου κύματος των επιτιθεμένων. Ίσα ίσα τους εξυπηρετούσε τόσο κοντά που ήταν ο ένας με τον άλλον. Δεν θα χρειαζόταν καν να σημαδεύουν. Το σχέδιο του Μεχμέτ ήταν απλό σε σύλληψη. Θα εξουθένωνε τους υπερασπιστές μέχρι τελικής πτώσεως. Ήταν λίγοι και ο στρατός του, υπερδεκαπλάσιος. Είχε κόσμο να θυσιάσει ενώ εκείνοι όχι. Μπορούσε να στέλνει στρατεύματα κατά κύματα μέχρι το σπαθί στα χέρια των υπερασπιστών πάνω στα τείχη να γίνει ασήκωτο από τις συνεχόμενες μάχες.
Μόλις δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης, η φύση τρόμαξε!

Χιλιάδες κραυγές, αλαλαγμοί, φωνές, και επικλήσεις στον Αλλάχ, έσκισαν τον σκοτεινό ουρανό της Κωνσταντινούπολης. Τα κανόνια από το στρατόπεδο του Τούρκου αυθέντη, ξερνούσαν φωτιά προς τα τείχη. Μεταλλικά σκεύη και τύμπανα χτυπούσαν σε ένα δαιμονισμένο ρυθμό που πάγωνε το αίμα. Τα πράσινα μπαιράκια του Μεχμέτ και των Οθωμανών κυμάτιζαν ξέφρενα μέσα στο σκοτάδι.
Ο Πρωτοστράτορας από τα τείχη μονολόγησε: «ελάτε λοιπόν» και χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο τρομακτικό. Στη συνέχεια ούρλιαξε: «Στα όπλα. Έρχονται τα σκυλιά. Φωνάξτε τον Αυτοκράτορα, χτυπήστε τις καμπάνες.» Σε λίγα λεπτά ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο αυθέντης της Κωνσταντινούπολης έπαιρνε τη θέση του στα τείχη ανάμεσα στους υπερασπιστές, σαν απλός στρατιώτης. Ο Ιουστινιάνης γύρισε το κεφάλι του και τον είδε να δένει τον μεταλλικό του θώρακα. Βρισκόταν ακριβώς πίσω του στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Σε ένα τείχος ψηλότερα από όλους. Ούρλιαξε με την βαριά φωνή του για να ακουστεί μέσα στον χαλασμό που...

«Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησέ μας αληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια. Εσύ μας έμεινες μοναδική Ελπίδα σωτηρίας…»


Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης: Για το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως

Ο Θεός με το στόμα του Προφήτου Ησαΐα μάς παραγγέλλει λέγων:«Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών απέναντι των οφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών. Μάθετε καλόν ποιείν» (Ησ. α’ 16).

Η μετάνοια προϋποθέτει αμαρτία. Όποιος δεν έχει αμαρτία, αυτός δεν έχει ανάγκη μετανοίας. Όλοι, και πρώτος εγώ, αισθανόμεθα αμαρτωλοί.

Η αμαρτία είναι τραύμα στην ψυχή, πληγή στην συνείδησι που μας πονάει, τραύμα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, της οποίας είμαστε μέλη. Η αμαρτία είναι κάρφωμα και ξανακάρφωμα στο Χριστό. Ποιος δεν έχει τραυματισθεί από την αμαρτία; ποιος δεν έχει αμαρτήσει με τα λόγια, με τις πράξεις του, με τους λογισμούς; ποιος δεν κτυπήθηκε κατάστηθα από τις τύψεις της συνειδήσεως; Όποιος θα πη πως δεν έχει αμαρτήσει, αυτός θα έχει πει το μεγαλύτερο ψέμα….

Αλλ’ εάν η αμαρτία είναι το τραύμα, η μετάνοια είναι το φάρμακο· είναι το ευλογημένο δώρο του Θεού στον άνθρωπο….

Πολλοί χριστιανοί, με ευλαβή πόθο, αναζητούν να βαπτιστούν στον Ιορδάνη ποταμό, αλλ’ όσες φορές και αν μπούνε στον Ιορδάνη ποταμό και όσα μπουκάλια αγιασμό και αν πιούμε, αν δεν μετανοήσουμε δεν σωζόμεθα. Κοντά μας, δίπλα μας, είναι ο Ιορδάνης ποταμός. Κυλάει μέσα στην Εκκλησία, είναι η γλυκεία μετάνοια και εξομολόγησις. Ας λου¬σθούμε μέσα στην μετάνοια, διότι με αυτήν σβήνουν όλα τα αμαρτήματα. Και το λουτρό της μετανοίας εί¬ναι το δεύτερο βάπτισμα. Αυτό δε το λουτρό του θεϊκού βαπτίσματος, που λέγεται μετάνοια, γίνεται συνειδητά και αποφασιστικά. Πλένομαι, για να μη ξαναλερωθώ, ασχέτως αν δεν τα καταφέρω. Πλην πλένομαι με την απόφαση να μη ξαναλερώσω τον χιτώνα της ψυχής μου.

Το έλεος του Θεού είναι ανταπόκρισις στη μετάνοια του ανθρώπου. Με τον ερχομό του Χριστού, η μετάνοια δεν είναι απλώς μεταμέλεια και εξομολόγησις αμαρτιών, αλλ’ είναι άφεσις, συγχώρησις, εξάλειψις τελεία των αμαρτιών. Η μετάνοια είναι ένας θρήνος που οδηγεί στην χαρά. Είναι το χαροποιό πένθος. Η μετάνοια είναι η σπορά των δακρύων, που...

Ο Γέροντας Αιμιλιανός μας συμβουλεύει…

Αποτέλεσμα εικόνας για γέροντας αιμιλιανός σιμωνοπετρίτης

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗ

• Η αγάπη είναι μίμηση του Χριστού, διότι “αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς”. Επομένως, όταν αγαπώ, σημαίνει ότι έχω πάρει δωρεά, έχω πάρει χάρι από τον Θεό και ότι μιμούμαι τον Χριστόν.
• Η αγάπη αποσκοπεί στο να μπορή ο ένας να δίνη χαρά στον άλλον· να στερούμαι εγώ εκουσίως, για να έχη περισσότερα ο άλλος· να θυσιάζω τον εαυτό μου, για να νοιώθη ο άλλος άνετα, να νιώθη ασφάλεια στην ζωή.
• Ο Θεός θέλει να είμεθα στην καθημερινή μας ζωή τέτοιοι, ώστε να μας αγαπούν οι άλλοι και να μας νοιώθουν ευχάριστους. Να μπορούν να επικοινωνούν μαζί μας, να πουν τη χαρά τους, τη λύπη τους, τα προβλήματά τους. Να νοιώθουν ότι είμαστε καρδιές που ζούμε κοντά η μία στην άλλη και μπορούμε να βοηθούμε ο ένας τον άλλον.
• Να ανεχώμεθα λοιπόν τον άλλον όπως είναι. Ο ένας θα με υβρίση μάλιστα. Ο άλλος θα με επαινέση μάλιστα. Ο ένας θα μου δώση μισό ποτήρι νερό· μάλιστα. Να μην μπερδευώμαστε στην ζωή του άλλου. Μόνον, όταν μας ζητήσουν την αγάπη μας, να την δώσωμε, όπως την δίνει ο Θεός “επί δικαίους και αδίκους”. Να τηρούμε “την ενότητα του Πνεύματος”, ήτοι την πίστι την αγία πού μας έδωσε ο Θεός. Αυτά είναι ο προκείμενος αγώνας μας, τον οποίον αγαπάει ο Θεός…
• Όπως εις την θάλασσαν της Τιβεριάδος, όταν ήγρευσαν οι μαθηταί πλήθος ιχθύων, είπεν ο Ιωάννης εις τον Πέτρον “Ο Κύριός εστιν”, ούτω και ημείς, όταν απλώνομεν τα δίχτυα της προσευχής, ημπορούμεν να επαναλαμβάνωμεν “ο Κύριός εστι” μετά πλήρους πεποιθήσεως, διότι μας το βεβαιοί η Εκκλησία μας, ότι εκεί υπάρχει Αυτός. Να ‘τος Παρών, ο ίδιος ο Θεός!
Διά να φωταγωγήται όμως και να λαμπρύνεται διά της παρουσίας του Κυρίου ο πιστός με την ευχήν, πρέπει να προσέχη ο ίδιος να είναι ο βίος του ανάλογος με την ζωήν πού αρμόζει εις τον Θεόν. Αφού θέλει τον Θεόν, πρέπει να ζή θεοπρεπώς. Να επιδιώκη να ξεφεύγη από την ανθρωπίνην μιζέρια και την κακομοιριά, να ενδυναμώνη τον εαυτόν του διά της θείας δυνάμεως, να ασκήται, να γίνεται σκευος χωρητικόν των θείων χαρισμάτων. Ακόμη, να επιθυμή την κάθαρσίν του από πάσης αμαρτίας, πληροφορούμενος από τον λόγον της αληθείας ότι αυτό είναι κατορθωτόν. Με την έμπρακτον θέλησίν του και την ευδοκίαν του Θεού να φέρεται προς την δυνατήν απάθειαν ο ίδιος, και μάλιστα γινόμενος ολονέν θεοειδέστερος.
• …Διά να προσεύχεσαι πρέπει να έχης εν στοιχείον, το οποίον είναι ανάγκη να το καλλιεργής. Όπως προσέχομεν την υγείαν του σώματός μας, έτσι να προσέχωμεν και την υγείαν της ψυχής. Είναι άνάγκη να είμεθα χαρούμενοι. Όταν συνηθίζωμεν να προσευχώμεθα, μας χαρίζεται η χαρά του Χριστού και περισσότερον ακόμη. Αν προσευχόμενος θλίβεσαι, αν βαρυθυμής, κάτι μέσα σου δεν πηγαίνει καλά. Να το κοιτάξης, να δώσης προσοχή, διότι ο χαρακτήρ του ανθρώπου επιδρά πολύ.
• … Ο μοναχισμός είναι μία πραγματική κοινωνία, μία σύναξις. Στο μοναστήρι οι μοναχοί δεν είμαστε άτομα και απλά ονόματα, αλλά όλοι μαζί αποτελούμε μία καρδιά, ένα σώμα. Δεν ξεχωρίζουμε.
VatopaidiFriend: Με την ευκαιρία της ονομαστικής εορτής και τη συμπλήρωση 75 χρόνων από την γέννηση του σεβαστού Γέροντα Αιμιλιανού, Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους, o οποίος κατά τις ανεξιχνίαστες βουλές της θείας Πρόνοιας δοκιμάζεται με το πρόβλημα υγείας που έχει τα τελευταία χρόνια «ως χρυσός εν χωνευτηρίω», δημοσιεύουμε δύο άρθρα που αναφέρονται σ’ αυτόν.  Το  παρόν  από τον Ηγούμενο της εν λόγω Μονής Γέροντα Ελισσαίο και το άλλο που ακολουθεί από τον ιερομόναχο Σεραπίωνα Σιμωνοπετρίτη, Οικονόμο του Ιερού Κοινοβίου του Ευαγγελισμού στην Ορμύλια Χαλκιδικής.
Και καθώς τα μοναστήρια, ως επί το πλειστον, έχουν περισσότερους μοναχούς και λιγώτερα κελλιά, ο ένας είναι πλάϊ στον άλλον και αναπνέει την αγάπη της καρδιάς του. Ό, τι υπάρχει στον μοναχισμό είναι υπόδειγμα του ουρανού. Η Εκκλησία παίρνει τα υποδείγματα αυτά και τα προσφέρει στους πιστούς, όπως έκαναν και οι Πατέρες.
• Ο κόσμος νομίζει ότι, όταν κάποιος πάη στο μοναστήρι, φεύγει από την κοινωνία και αγριεύει. Το λέγουν αυτό, διότι αγνοούν ότι οι μοναχοί είναι οι περισσότερο κοινωνικοί άνθρωποι. Θα ξεύρετε ότι κανείς δεν μπορεί να γίνει μοναχός, εάν δεν ...

Κομποσχοίνι Κατοστάρι με Σταυρό - Εκμάθηση


Μέ το βίντεο αυτό, μπορείτε νά μάθετε πώς νά φτιάχνετε 100άρι κομποσχοίνι μέ τόν πλεκτό Σταυρό .
Εδώ , η ...

Τα «100 πνευματικά χάπια» για την αποτοξίνωση της ψυχής

Την προσωπική του εμπειρία στον δρόμο το Θεού περιγράφει ο διεθνής Ρουμάνος ποδοσφαιριστής Μιχάι Νέσου, οκτώ χρόνια μετά το ατύχημα που τον καθήλωσε σε αναπηρικό καροτσάκι, στο νέο του βιβλίο με τίτλο «100 πνευματικά χάπια: Φυσικό Σύμπλεγμα για Αποτοξίνωση της Ψυχής – Τα λόγια του Ιησού Χριστού και των Αγιων Πατέρων».
Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Τετάρτη 22 Μαίου 2019 .
Το βιβλίο προλογίζει ο Επίσκοπος Οράντεα, της Εκκλησίας της Ρουμανίας κ. Σωφρόνιος.
Σε αυτό, ο διάσημος ποδοσφαιριστής αναλύει τα «100 πνευματικά χάπια» που τον στήριξαν και τον βοήθησαν σε δύσκολες στιγμές μετά το ατύχημα που τον άφησε παράλυτο.
Περιλαμβάνει αποσπάσματα από τα λόγια Πατέρων της Εκκλησίας. Όλα τα κέρδη από την πώληση του βιβλίου θα διατεθούν εξ ολοκλήρου στο Ίδρυμα «Mihai Neşu», το οποίο ιδρύθηκε το 2015.
Οκτώ χρόνια συμπληρώθηκαν στις 10 Μαΐου, από το τραγικό ατύχημα που καθήλωσε σε αναπηρικό καροτσάκι τον Ρουμάνο διεθνή ποδοσφαιριστή Μχάι Νέσου.
«8 χρόνια της νέας μου ζωής. Δόξα τω Θεώ για όλους» έγραψε στον προσωπικό του λογαριασμό, ο ποδοσφαιριστής, ο οποίος βίωσε το θαύμα κοντά στον Θεό, και δεν σταματά να μιλά για Αυτόν.
«Αν δεν έχετε τον Χριστό, δεν έχετε τίποτα στην ζωή σας» δήλωσε ο Νέσου, ο οποίος βαπτίστηκε Χριστιανός Ορθόδοξος δυόμιση χρόνια μετά το ατύχημα που είχε και τον άφησε παράλυτο, επισκέφθηκε το Αγιο Όρος και διακηρύττει σε κάθε ευκαιρία την βοήθεια που του έδωσε η πίστη του στον Θεό και ο πνευματικός του.
Ο Μιχάι Νέσου ( wikipedia ) τραυματίστηκε σοβαρά στις 10 Μαίου 2011 σε μία προπόνηση της ολλανδικής Ουτρέχτης. Συγκρούστηκε με τον συμπαίχτη του Alje Schut και υπέστη κάταγμα σπονδύλου στην αυχενική μοίρα.
Ο Νέσου έμεινε παράλυτος από τον λαιμό και κάτω. Στην αρχή δεν μπορούσε να κινήσει παρά μόνο τα βλέφαρά του. Επειτα άρχισε να μιλάει και σιγά-σιγά άρχισε να κινεί το δεξί του χέρι.Με αυτό μπορεί να χειριστεί το καρότσι του.Από τον Φεβρουάριο του 2012 μπορεί να κινήσει και το αριστερό του χέρι.
Μέχρι την 10η Μαίου 2011 ο Μιχάι Νέσου είχε παίξει στην Στεάουα Βουκουρεστίου και στην Ουτρέχτη για τρία χρόνια. Την πρώτη του χρονιά ήταν υποψήφιος για τον τίτλο του καλύτερου αριστερού μπακ του Ολλανδικού πρωταθλήματος μαζί με τους Βαν Μπρόκχορστ και Ούρμπι Εμμανούελσον.Αυτός ανακηρύχθηκε καλύτερο αριστερό μπακ.Έπαιξε στην Εθνική ομάδα της Ρουμανίας 8 φορές.
Μετά το ατύχημα που τον άφησε παράλυτο,τον Μιχάι τον εγκατέλειψε η σύζυγός του ενώ πέθαναν και οι γονείς του.
Τι είχε δηλώσει σε παλαιότερη συνέντευξή του
«Η πίστη μου στο Θεό με βοήθησε να...

Το δισκοπότηρο της Αγιά Σοφιάς

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ




Οι Καμπάνες κτυπούν Χαρμόσυνα και τα 400 Σήμαντρα θα ξανά ακουστούν σε όλο τον Κόσμο!

Ψήφισμα κόλαφος για την Τουρκία από το αμερικανικό Κογκρέσο, το οποίο αποφάσισε χθες με 436 ψήφους κατά της...
Τουρκίας και έναν υπέρ να επιστραφούν οι κλεμμένες χριστιανικές εκκλησίες.
Η παγκόσμια αυτή επιτυχία οφείλεται στον Ελληνοαμερικανό πολιτικό και πρόεδρο της Παγκόσμιας Ενορίας της Αγίας Σοφίας ( Free Agia Sophia Cuncil of America) κ. Κρίς Σπύρου.

Ο κ. Σπύρου ξεκίνησε αυτόν αγώνα εδώ και πέντε χρόνια και σήμερα δικαιώθηκε πανηγυρικά.

Ένας Ελληνοαμερικανός πολιτικός απέδειξε πως ενεργώντας με στρατηγική και πρόγραμμα μπορεί να καταφέρει το ανέφικτο.

Κωνσταντινούπολη: Δείτε και νιώστε την Βασιλεύουσα


ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗΣ AΚΡΙΒΕΙΑΣ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μια εξαιρετική έκθεση ζωγραφικών/ψηφιακών αναπαραστάσεων μορφών, μνημείων
 και γεγονότων της βυζαντινής
 Κωνσταντινούπολης παρουσιάζει ο 
Γάλλος, ο Antoine Helbert, ο οποίος 
κατάγεται από το Στρασβούργο και 
ειδικεύεται στην ψηφιακή φωτογραφία
 καθώς και στην σκηνογραφία όπερας.
Το ενδιαφέρον του για την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το χρωστάει στην
 μητέρα του η οποία του δώρισε ένα βιβλίο για το χιλιόχρονο Βυζάντιο.
Η λεπτομέρεια της δουλειάς του είναι εξαιρετική είναι πρόκειται για...

«Κοίτα, μαμά, την διόρθωσα την αγια- Σοφιά!» (αληθινή ιστορία)


(από το ημερολόγιο μιας μητέρας)

Scan0074
29 Μαΐου 2014
Μέρα πένθιμη, μέρα θλιβερή η 29 Μαΐου. Πολλή συγκίνηση νιώθω κάθε χρόνο αυτές τις μέρες….
Να ΄ναι τυχαίο που φέτος συνέπεσε η θλιβερή επέτειος της Αλώσεως της Πόλης μας με την Ανάληψη του Κυρίου μας;… Πέρσι είχε συμπέσει με την εορτή της Μεσοπεντηκοστής, την ημέρα που πανηγύριζε τότε, στα ένδοξα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορία ο Ναός της του Θεού Σοφίας, η αγια- Σοφιά.
«Σημαδιακή» την χαρακτήρισε μια καλή φίλη αυτή την σύμπτωση. …Ίσως ο Θεός να θέλει να μας ενισχύσει, να μην αποκάμουμε με τις δυσκολίες που περνάμε σαν Έθνος και σαν κράτος, να ελπίζουμε και να περιμένουμε… Ίσως να μην είμαστε ακόμα άξιοι για να επιστρέψουμε στην Πόλη μας… Ίσως η επόμενη γενιά, ίσως τα παιδιά μας να αξιωθούν…
Τέτοιες σκέψεις τριγύριζαν όλο το πρωί στο μυαλό μου. Τα χρόνια περνούν και «αργεί να ΄ρθει εκείνη η μέρα».
Κάθε χρόνο μιλάμε στα παιδιά μας για ...

Θέλετε να σας πω γιατί φοβόμαστε το θάνατο;


Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κεί­νους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ’ ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν.
Γιατί δεν ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση. Αλλιώς ο θάνατος δεν θα μας τρόμαζε. Απόδειξέ μου ότι θα κληρονο­μήσω τη βασιλεία των ουρανών και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ’ εκείνα τα αγαθά.
«Αλλά φοβάμαι να πεθάνω άδικα», ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις δίκαια; Και ποιός είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ μπορεί να πε­θάνει άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια; Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο, πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει άδικα, μοι­άζει στους αγίους.
Γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Αβελ.Δεν δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό. Και ο Θεός πα­ραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Αβελ ή γιατί τον μισούσε; Ολοφάνερα γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να του προσφέρει πιο λαμπρό στε­φάνι, λόγω της άδικης σφαγής του.
Βλέπεις που δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως πεθά­νεις άδικα, αλλά μήπως πεθάνεις φορτωμένος με αμαρτίες; Ο Αβελ πέθανε άδικα, μα ο Κάιν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έχοντας την κατάρα του Θεού, στενάζοντας και τρέμοντας ακατάπαυστα. Ποιός από τους δύο ήταν πιο μακάριος; Εκείνος που έπαψε να ζει μέσα στη αρετή ή αυτός που έζησε μέσα στην αμαρτία; Εκείνος που άδικα πέθανε ή αυτός που δίκαια τιμωρήθηκε; 
Ας μην κλαίμε, λοιπόν, αδιάκριτα όλους όσοι πε­θαίνουν, αλλά εκείνους που πεθαίνουν έχοντας πολλές αμαρτίες. Σ’ αυτούς πρέπουν τα δάκρυα και οι θρήνοι. Γιατί ποιά ελπίδα έχουν, αφού δεν είναι πια δυνατό να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους; Όσο βρίσκονταν στην παρούσα ζωή, υπήρχε ελπίδα να μετανοή­σουν. Εκεί που πήγαν, όμως, δεν κερδίζει κανείς τί­ποτα με τη μετάνοια.
Ας τους κλαίμε, ναι, όχι όμως με τρόπο υστερικό και άπρεπο, όχι τραβώντας τα μαλ­λιά μας, ξεσκίζοντας το πρόσωπό μας, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, αλλά με σεμνότητα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλούν ήρεμα από τα μάτια μας. Αυτό ωφελεί κι εμάς. Γιατί, πενθώντας έτσι τον νεκρό, πολύ περισσότερο θα προσπαθήσουμε να μην πέσουμε και οι ίδιοι σε παρόμοια αμαρτήματα. Με το τράβηγμα των μαλλιών και τις κραυγές ο νους σκοτίζεται, ενώ με το ήρεμο πένθος διατηρεί τη διαύγειά του και μπορεί να φιλοσοφήσει ωφέλιμα γύρω από το θάνατο.
Μ’ αυτόν τον τρόπο να φιλοσοφείς όχι μόνο όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μα κι όταν βλέπεις έναν άγνωστο νεκρό να οδηγείται με πομπή μέσ’ από τους δρόμους στην τελευταία του κατοικία και να συ­νοδεύεται από τα ορφανά παιδιά του, τη χήρα γυναί­κα του, τους συγγενείς και τους φίλους του, όλους κλαμένους και συντριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πως η ζωή και τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν έχουν καμιάν αξία και καμιά διαφορά από τις σκιές και τα όνειρα.
Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγε­μόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε! Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθησαν στο χώμα· κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σοφ. Σειρ. 11:5).
Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά εί­ναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα.
Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις. Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιο­θαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.
Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: «Πού είναι εκεί­νος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και πε­ρήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού εί­ναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέ­σεις, οι σπατάλες; Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέ­γινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια. Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος. Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κα­κά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.
Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγι­ναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιός άνεμος φύση­ξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και ...

Κρυπτοχριστιανοί στην Τουρκία | www.ambelosalithini.gr

29 Μαϊου 1453: Η αποφράδα ημέρα μέσα από τη μοναδική ιστορική αφήγηση του Γ.Φραντζή


Οι δυστυχείς Ρωμαίοι, αφού άκουσαν τα λόγια του αυτοκράτορα [Κωνσταντίνου Παλαιολόγου] έσφιξαν την καρδιά τους, αγκα­λιάστηκαν και έκλαιγαν όλοι μαζί. Κανένας δεν έφερνε πια στη μνήμη του τα αγαπημένα του παι­διά, τη γυναίκα και την περιουσία του, αλλά ήθε­λαν όλοι να πεθάνουν για τη σωτηρία της πατρίδας τους. Ύστερα γύρισαν στις θέσεις τους για να φυλάξουν τα τείχη της πόλης.
Ο αυτοκράτορας πήγε αμέσως στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας, προσευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια και κοινώνη­σε των αχράντων μυστηρίων. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα γύρισε στα ανάκτορα και ζήτησε συγνώμη από όλους.
Ποιος μπορεί να περιγράψει αυτήν τη στιγμή τους θρή­νους και...

Δὲν ἑάλω ἡ Πόλις!





Δεν εάλω η Πόλις! Δεν αλώνονται ούτε τα ιδανικά, ούτε τα σύμβολα, αλλά ούτε κι' ο Ελληνισμός.

Μόνο για λίγο καιρό ξαποσταίνουν και ξανά προς τη Δόξα τραβούν! Η Πόλις είναι μέσα μας. Η απαρχή της νέας πορείας μας. Με τις εξάρσεις και τις παρακμές, τις περιπέτειες, τα πλήγματα και τις αναλαμπές
της. Δεν πεθαίνει εύκολα ο Ελληνισμός. Όσες συνωμοσίες κι αν υφανθούν εναντίον του. Όσοι μίσθαρνοι ηγέτες κι αν τον ταλαιπωρήσουν. Είναι απρόβλεπτος ο Ελληνισμός. Εκεί που σκύβει βαθειά το
κεφάλι, εξουθενωμένος απ' τη βία, ξανατινάζει το κορμί του, αναγεννώμενος απ' τις στάχτες του.

Η Πόλις είναι το σύμβολο. Και σαν σύμβολο έχει εγγραφεί βαθειά στη μνήμη του Ελληνισμού, ώστε έχει περάσει στο γενετικό κώδικα της ίδιας της συνειδήσεως του. Επομένως δεν μπορεί ν' αλωθεί ούτε 
απ' τα μιλλιούνια της Ανατολής, που την κατακλύζουν σήμερα, ούτε απ' τις τουρκικές προσπάθειες να γίνει τζαμί η Αγιά Σοφιά, ούτε απ' τις οργανωμένες, κατά καιρούς, επιθέσεις, εναντίον του Οικουμενικού
Πατριαρχείου.

Δεν εάλω η Πόλις, ούτε και πρόκειται να αλωθεί. Καθώς γράφουμε, ξεπηδά απ' τα βάθη της μνήμης μας μια ιστορία, που αν δεν είναι αληθινή, τουλάχιστον θα μπορούσε ν' αποθανατισθεί σαν θρύλος.

Μας την αφηγήθηκε, πριν μερικά χρόνια, προσωπικότητα αξιόλογη (τηρούμε την ανωνυμία της) και πάντως ούτε ευφάνταστη, ούτε παραμυθολογία.
Πριν μερικά χρόνια, λοιπόν, υπηρετούσαν απ' τη μια κι' από την άλλη όχθη του Έβρου, στα σύνορα, που διαιρούν τη Θράκη μας στα δύο, αντίστοιχα Έλλην και Τούρκος στρατηγός.
Οι δυο άνδρες είχαν συνδεθεί με στενή μεταξύ τους φιλία.
Πολύ περισσότερο που Τούρκος στρατηγός, είχε σύζυγο Ελληνίδα.

Όταν έφθασε ο καιρός να μετατεθούν για άλλη υπηρεσία, προσκάλεσε ο Τούρκος τον Έλληνα συνάδελφο του.
«Τόσον καιρό», του είπε, «περάσαμε ανέφελα μαζί. Οι διαφορές που έχουν οι δύο χώρες μας, μεταξύ τους, δεν επηρέασαν τη φιλία μας. Αλλά εμείς οι Τούρκοι θεωρούμε τη φιλία ιερή. Θα ήθελα αύριο το
βράδυ να σου το αποδείξω».

Την επόμενη, στις 10 ακριβώς, ο Έλλην επιβιβαζόταν στο ιδιωτικό αυτοκίνητο του Τούρκου. Νύχτα αφέγγαρη ήταν. Ερημικοί οι δρόμοι. Ανοιχτή κι' η λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας προς την Πόλη.

Κοντά στα μεσάνυχτα πρέπει να πλησίασαν στις παρυφές της. Ύπνος βαθύς είχε καθηλώσει στα κρεβάτια τους κατοίκους της. Ησυχία στους δρόμους. Γρήγορος, ο οδηγός Τούρκος, μπήκε, βγήκε από
στενά, από περιπλεγμένα σαν κουβάρι καλντερίμια.

Νύχτα αφέγγαρη. Έσβησε τη μηχανή, σταμάτησε μπροστά στη καγγελόπορτα. Την άνοιξε με μια σκουντιά. Χωρίς φακό, περπάτησαν σιωπηλοί οι δυο τους, προσεκτικά ανάμεσα σε...

Thartheis san astrapi - Stamatis Spanoudakis

ΧΡΟΝΗΣ ΑΗΔΟΝΙΔΗΣ-ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Λίγη πίστη, περισσότερη στεναχώρια



Όσο λιγότερη πίστη έχουμε, τόσο περισσότερη είναι η στεναχώρια μας. Μια από τις σπουδαιότερες ωφέλειες της πίστης είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από τις πολλές στεναχώριες. 

Όσο το παιδί γνωρίζει πώς υπάρχει ο πατέρας, που φροντίζει για το σπίτι και για όλες τις δουλειές του σπιτιού, κάθε στεναχώρια του τελειώνει γρήγορα με τραγούδι. Μόλις όμως χαθεί αυτή η αίσθηση, σωπαίνει το τραγούδι! Τότε το παιδί αισθάνεται ορφανό και μόνο, περιτριγυρισμένο από στεναχώριες, αισθάνεται περιτριγυρισμένο από ένα ...

Η Ρουμάνα χωρική και το άκτιστο φως


Ένα χειμωνιάτικο πρωϊνὸ ὁ περίφημος ρουμάνος ασκητὴς Κλεόπας ᾿Ιλίε βρισκόταν στὸ ῾Ιερό ἑνὸς μοναστηριακού Ναού καὶ διάβαζε γονατιστὸς τὴν ᾿Ακολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως.


Μετά απὸ λίγη ὥρα μπῆκε στὴν ᾿Εκκλησία γιὰ νὰ προσευχηθή μιὰ γυναίκα ποὺ εἶχε ἔρθει στὸ Μοναστήρι απὸ τὸ βράδυ.
«Προσκυνούσε όλες τὶς εἰκόνες καὶ ἔκανε παντού μετάνοιες,διηγεῖται ὁ π. Κλεόπας. Δὲν γνώριζε ὅτι κάποιος ἦταν μέσα στὴν ᾿Εκκλησία. Την παρατηρούσα συνεχῶς απὸ τὴν ῾Ωραία Πύλη. ᾿Εκείνη, ἀφού προσκύνησε τὶς εἰκόνες, γονάτισε στὸ μέσον τῆς ᾿Εκκλησίας, ὕψωσε τὰ χέρια της καὶ...

«Κόρη μου, να πηγαίνης στην Εκκλησία» - Συγκλονιστικό Θαύμα στην Αιτωλοακαρνανία!


Σ’ ένα από τα μεγάλα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας συνέβη το εξής περιστατικό. Η μητέρα μιας κοπέλας, καλή και ευσεβής, έφυγε για την αιώνια Βασιλεία του Θεού. Πράγματι, ήταν μια γνήσια χριστιανή σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής της.
Την Κυριακή, εκτός αν ήταν άρρωστη, πρωί-πρωί ξεκινούσε για την Εκκλησία κι εκεί η καθαρή και φιλόθεη ψυχή της πραγματικά συναντούσε κι ερχόταν σε επικοινωνία με τον Θεό. Συχνά-πυκνά κοινωνούσε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που της έδινε ζωή και δύναμη.
Και η κόρη της καλή κοπέλα ήταν, αλλά μετά τον θάνατο της μητέρας της αραίωσε τον εκκλησιασμό και δεν πήγαινε τακτικά στην Εκκλησία. Κι αν πήγαινε, πήγαινε προς το τέλος.
Και για να δικαιολογηθεί στη συνείδησή της, που την έτυπτε, προφασιζόταν ότι είχε πολλές δουλειές, την φροντίδα των ζώων και δεν την έφθανε ο χρόνος. Οι συνηθισμένες προφάσεις, ενώ, όταν θέλει ο άνθρωπος, βρίσκει λύσεις για όλα.
Έτσι συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση και η ψυχή της όσο πήγαινε και πάγωνε, όπως ένα κάρβουνο, όταν το βγάλεις έξω από την φωτιά σβήνει και παγώνει!
Ένα βράδυ όμως, κατ’ ευδοκίαν Θεού ,έγινε η άνωθεν παρέμβαση. Δηλαδή της εμφανίστηκε στον ύπνο της η κεκοιμημένη μητέρα της μέσα σε άπλετο φως και...

Άγιος Παϊσιος: «Ένας αλήτης είναι καλύτερος από έναν υποκριτή Χριστιανό...


Το καλό είναι ότι οι άνθρωποι διψούν την απλότητα και έφθασαν σε σημείο νά κάνουν την απλότητα μόδα και ας μη νιώθουν απλά. 
Έρχονται μερικοί στο Άγιον Όρος με κάτι ξεβαμμένα ρούχα. Λέω: «Αυτοί δεν δουλεύουν στα χωράφια, γιατί είναι έτσι;».
Άλλος μιλάει χωριάτικα από φυσικού του και τον χαίρεσαι. Άλλος πάει να μιλήση χωριάτικα και σου έρχεται να κάνης εμετό.
Είναι και μερικοί που έρχονται με τις γραβάτες τους… Από το ένα άκρο στο άλλο. Ένας είχε έξι-επτά γραβάτες μαζί του. Ένα πρωί που ετοιμαζόταν, φόρεσε την γραβάτα, το κουστούμι του κ.λπ. «Τί κάνεις εκεί;», του λέει κάποιος. «Θά πάω στον π. Παΐσιο», λέει. «Έ, και τι είναι αυτά που φοράς;». «Τά φορώ, λέει, για να τον τιμήσω». Βρέ, τι πάθαμε!
Απλότητα δεν έχουν καθόλου· Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η αλητεία. Όταν οι πνευματικοί άνθρωποι δεν ζούν απλά, αλλά είναι κουμπωμένοι, δεν βοηθούν την νεολαία.
Έτσι τώρα οι νέοι, μη έχοντας κάποιο πρότυπο, ζούν αλήτικα.
Γιατί, όταν βλέπουν κουμπωμένους Χριστιανούς, ανθρώπους σφιγμένους με γραβάτες, καλουπωμένους, δεν βρίσκουν σ΄ αυτούς καμμιά διαφορά από τους κοσμικούς και αντιδρούν.
Άν έβλεπαν απλότητα στους πνευματικούς ανθρώπους, δεν ...