Παππού! Τι κάνεις εσύ εδώ; Δεν πέθανες;



σχόλιο Γ.Θ : Απίστευτα συγκλονιστικό...
Όποιος θέλει πραγματικά να σωθεί... θα σωθεί.

Ο Παπά –Γιάννης από τας Σέρρας ,   ο απλός και ταπεινός ο ολιγογράμματος και πράος , ο ησύχιος και σοφός κατά Θεόν…
Πενήντα τρία ολόκληρα χρόνια διακόνησε , συμπόνεσε , παρηγόρησε , έκλαψε μετά κλαιόντων και χάρηκε με τις χαρές κάθε αδελφού του –συγχωριανού του , στον τόπο των γονιών και των παππούδων του,  τον βουνήσιο τον ελατοστολισμένο που δεν τον αποχωρίστηκε σχεδόν ποτέ του  …Ακόμα και στα βαθιά γεράματα όταν του λεγαν τα παιδιά του να τον πάρουν έστω για  λίγο καιρό να ξεχειμωνιάσει στην μεγάλη την πρωτεύουσα εκείνος τους απαντούσε : -Και να λείψω την Κυριακή από την Εκκλησία μου ; Και μόνο κτητικότητα δεν φανέρωνε εκείνο του μου , μα όλη του την στοργή και την έννοια για τον λατρευτό του οίκο , που τον φρόντισε και τον παρέδωσε στολίδι ουράνιο 


στον νέο εφημέριο που ήρθε και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο χωρίο τους …Να αγαπάς τον Κύριο και  την Εκκλησία μας!  του είπε μόνο και σώπασε συγκινημένος εκείνη την πρώτη και τελευταία  Κυριακή που λειτούργησαν μαζί …Δεν θέλησε να μπλέκεται στα πόδια του …Μόνο μια γωνιά στο ιερό , απέναντι από την Αγία πρόθεση  ήθελε ,  να κάθεται εκεί με κλειστά τα μάτια και να νιώθει τα θροΐσματα τα Αγγελικά , να οσφραίνεται τις ευωδίες που ανέβαιναν στον Θόλο του κόσμου  … Τον  καρτέραγαν οι επίτροποι , όρθρου βαθέος να  αργοσύρει  τα βήματά του ως το δεξί κλίτος , να ασπαστεί τον Αρχηγό Μιχαήλ το ταξιαρχούδι του  και έπειτα από λίγο να κλίνει ευλαβικά  τον γέρικο κορμό του στην Τράπεζα , το μνημείο το κενό της Αναστάσεως …

-Παπά –Γιάννη την ευχούλα σου !

Περνούσαν όλοι μετά την απόλυση  από κοντά του και με αυτά τα ανυπόκριτα λόγια του έδιναν τα πολυτίμητα βραβεία της καρδιάς τους , ευχαριστώντας τον για όλα αυτά που τους έδειξε όχι με τα λόγια του μα με την ζωή του την παραδομένη στο θέλημα του εν υψίστοις Πατρός…

Την ημέρα της κοίμησής του  όλοι το ίδιο του είπαν δίνοντάς του τον τελευταίο ασπασμό στα χέρια του , που ευλογώντας  αγκάλιαζαν το ασημωμένο ευαγγέλιο…

-Παπά –Γιάννη την ευχούλα σου !

Τρείς μέρες πέρασαν …Τρείς μέρες που όλο το χωριό προσευχόταν όπως τους είχε διδάξει ο παππούλης τους …Δεν ξέχασαν ότι εκείνος δεν άφησε κανέναν λησμονημένο …Αμέτρητα σαρανταλείτουργα για ψυχούλες , και μνημόσυνο ατελεύτητο ..Ειδικά στις πρώτες σαράντα μέρες …Βοήθεια λαχταράνε   ! Έτσι τους έλεγε …Μην τους ξεχνάμε ποτέ ! Έχουν μεγάλο αγώνα ! Από εμάς περιμένουν ! Έτσι και εκείνοι του ανταπόδιδαν το ελάχιστο από όλα αυτά που δίχως αντάλλαγμα και βαρυγκόμια τους χάρισε σε όλη του την Χριστοφόρα  ζωή…

Στο τριμέρι του γέμισε και πάλι η Εκκλησιά ! Και έπειτα όλοι πάνω απ το μνήμα του  …σε ένα μακρύ τρισάγιο που μοιαζε με νεκρώσιμη !  

Στο σπίτι σιωπηλές η Άννα και η Γεωργία οι γειτόνισσες , ετοίμαζαν τους καφέδες και το κέρασμα για όλους . Ο Γιαννάκης το μικρότερο παπαδογγόνι ήταν μαζί τους …Κοιμόταν το πρωί και τον άφησαν πίσω να μην τον ξυπνήσουν …Τριγύριζε και κείνος και αναρωτιόταν που πήγαν όλοι …

-Στην εκκλησία στον παππού πήγαν του είπαν …Όπου να ναι θα ρθουν …

-Και μένα γιατί δεν με πήραν μαζί ; παραπονέθηκε ψευτοκαλαίγοντας εκείνος …

Αφού έχει ήλιο σήμερα , δεν βρέχει ..Και αφού  ο παππούς πέθανε ! Τον είδα που κοιμόταν στην Εκκλησία !

- Καλά –καλά του είπαν μέσα στη φούρια τους οι γυναίκες …Γιαννάκη για πήγαινε κάτω να δεις ποιος χτυπάει χαρά μου …Μήπως άρχισαν να έρχονται !  

Κατέβηκε ο μικρούλης την σκάλα και κοντοστάθηκε πριν την πόρτα …

-Παππού !!! Τι κάνεις εσύ εδώ ; Δεν πέθανες ;

-Γιαννάκη μου να έχεις την ευχή μου !

-Δεν πέθανες παππού; Ρώτησε ξανά  ο μικρός με την μακάρια αθωότητά του , με την παιδική του αφέλεια …Αφού σε είδα προχθές ! Γιατί στάζουν παππού τα ρούχα σου;  … Λιακάδα έχει σήμερα! δεν βρέχει …Σε κατάβρεξε κανείς ; 

Τα ράσα του παπα-Γιάννη , το καλιμαύχι του , το πετραχήλι του , τα γένια του , το πρόσωπό του ,έσταζαν συνέχεια…Στα πόδια του μια μικρή λιμνούλα άρχισε να σχηματίζεται …

-Δεν είναι νερό αυτό παιδάκι μου ! Είναι ιδρώτας ! Πες σε όλους παιδί μου τώρα που θα ρθουν , πως ...

Στους πιο δύσκολους καιρούς θα μπορέσει εύκολα να σωθεί αυτός που θα ασχοληθεί με επιμέλεια με την προσευχή του Ιησού


Αποτέλεσμα εικόνας για κυριε ιησου χριστε υιε του θεου ελεησον με
Όσιος Σεραφείμ της Βίριτσας
«Ο Κύριος έχει δύναμη να αναδείξει τους εργάτες αν εμείς θα Τον παρακαλάμε. Ας προσευχόμαστε και ας Τον ικετεύουμε και τότε από τις πέτρες θα αναδείξει ο Κύριος τους εκλεκτούς του».
Θα έλθει καιρός που όχι οι διωγμοί, αλλά τα χρήματα και τα αγαθά αυτού του κόσμου θα απομακρύνουν τους ανθρώπους από τον Θεό. Και θα χαθούν ψυχές πολύ περισσότερες από ότι τον καιρό των διωγμών…
Από την μια, θα χρυσώνουν τους τρούλους και ...

Μια παράξενη ιστορία που συγκλονίζει: “Έρχομαι από τον άλλο κόσμο…”

Ένα βράδυ, την Δευτέρα τού Πάσχα, τού έτους 1964, περασμένα μεσάνυχτα, λίγο πριν κοιμηθώ, βγήκα στο μικρό περιβολάκι που έχουμε πίσω από το σπίτι μας, και στάθηκα για λίγο, κοιτάζοντας τον σκοτεινό ουρανό με τ΄ άστρα.



Ένα βράδυ, την Δευτέρα τού Πάσχα, τού έτους 1964, περασμένα μεσάνυχτα, λίγο πριν κοιμηθώ, βγήκα στο μικρό περιβολάκι που έχουμε πίσω από το σπίτι μας, και στάθηκα για λίγο, κοιτάζοντας τον σκοτεινό ουρανό με τ΄ άστρα. Ένας αγιασμένος γέροντας, μου είχε πει μια φορά, πως γύρω από αυτές τις ώρες ανοίγουν τα ουράνια…
Θα στεκόμουν εκεί πέρα μονάχος ως το ξημέρωμα. Σαν να μην είχα σώμα, μήτε κανένα δεσμό με τη γη. Αλλά συλλογιστικά μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στο σπίτι και ανησυχήσουν που έλειπα, και γι’ αυτό μπήκα μέσα και ξάπλωσα.
Δε με είχε θολώσει καλά καλά ο ύπνος, δεν ξέρω αν ήμουνα ξυπνητός ή κοιμισμένος, και βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο με αλλόκοτη όψη.
Ήτανε κατακίτρινος, σαν πεθαμένος, μα τα μάτια του ήτανε ανοιχτά και με έβλεπε τρομαγμένος. Το πρόσωπο του ήτανε σαν μάσκα, σαν μούμια, με το πετσί του σαν γυαλιστερό, μαυροκίτρινο, και κολλημένο στο νεκροκέφαλο με όλα τα βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σαν λαχανιασμένος.
Στο ένα χέρι του βαστούσε κάποιο παράξενο πράγμα, που δεν κατάλαβα τι ήτανε, και με τ’ άλλο έσφιξε το στήθος του, λες και πονούσε.
Εκείνο το πλάσμα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω. Το κοίταζα, και με κοίταζε, δίχως να μιλήσει, σαν να περίμενε να το γνωρίσω. Και στ’ αλήθεια, μ’ όλο που ήτανε τόσο αλλόκοτο, σαν να μου είπε μια φωνή στο μυαλό μου:
–Είναι ο τάδε…
Μόλις άκουσα τη φωνή, τον γνώρισα ποιος ήτανε. Τότε κι εκείνος άνοιξε το στόμα του κι αναστέναξε. Μα η φωνή του σαν να ερχότανε από πολύ μακριά, σαν να ‘βγαινε από κανένα βαθύ πηγάδι.
Έβλεπα πως βρισκότανε σε μια μεγάλη αγωνία. Τα χέρια του, τα πόδια του, τα μάτια του, όλα φανερώνανε πως βασανιζόταν. Απάνω στην απελπισία μου, πήγα κοντά του να τον βοηθήσω, μα εκείνος μου έκανε νόημα με το χέρι του να σταματήσω, να μη πλησιάσω… Άρχισε να βογκάει, με τέτοιον τρόπο, που πάγωσα. Έπειτα μου λέγει:
Δεν ήρθα, αλλά με “στείλανε…” Εδώ, ολοένα τρέμω! Βρίσκομαι σε μεγάλη ζάλη. Θέλω να πεθάνω, μα δεν μπορώ. Αχ! Όσα έλεγες Φώτη, βγήκαν αληθινά. Θυμάσαι, λίγες μέρες πριν πεθάνω, που ήρθες στο σπίτι μου και μιλούσες για θρησκευτικά; Ήτανε και δύο άλλοι φίλοι μου, άπιστοι κι αυτοί σαν κι εμένα. Εκεί που μιλούσες, εκείνοι χαμογελούσανε… Σαν έφυγες μου είπανε: Κρίμα, να έχει τέτοιο μυαλό ο Φώτης, και να πιστεύει στις ανοησίες που πιστεύουνε οι γριές!
Μια άλλη μέρα, σού είχα πει, όπως και πολλές άλλες φορές: «Βρε Φώτη, μάζευε λεφτά, θα πεθάνεις στην ψάθα. Βλέπεις εγώ, πόσα λεφτά έχω, και πάλι θέλω κι άλλα». Τότε μου είπες: «Έχεις κάνει συμβόλαιο με τον Χάρο πως θα ζήσεις τόσα χρόνια που θέλεις, για να καλοπεράσεις στα γηρατειά σου;»
Σου λέγω εγώ: Θα δεις πόσο χρονών θα πάω! Τώρα είμαι εβδομηνταπέντε. Θα περάσω τα εκατό. Έχω εξασφαλίσει τα παιδιά μου, ο γιος μου βγάζει λεφτά πολλά, την κόρη μου την πάντρεψα μ’ έναν πλούσιο από την Αβησσυνία, εγώ κι η γυναίκα μου έχουμε και παραέχουμε… Όχι σαν κι εσένα, που ακούς αυτά που λένε οι παπάδες…
Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών “. Τι θα βγάλεις από τα ” Χριστιανά τέλη”; Λεφτά, παρά, να έχεις στην τσέπη σου, και μη σε μέλει. Εγώ να δώσω ελεημοσύνη; Και γιατί έκανε φτωχούς ο πολυεύσπλαχνος Θεός σας; Για να τους τρέφω εγώ; Αν βάζουν εσάς και ταΐζετε τους τεμπέληδες, για να πάτε στον Παράδεισο… Χά ! Χά !
Εγώ ξέρεις πως είμαι γιος παπά, και τα γνωρίζω καλά αυτά τα κόλπα. Μα να τα πιστεύουνε αυτά οι μικρόμυαλοι. Όχι όμως κι εσύ Φώτη μου, που έχεις τέτοια σπουδή, και να πας χαμένος. Εσύ, όπως πας, θα πεθάνεις πριν από μένα, θα πάρεις στον λαιμό σου και την οικογένειά σου. Μα εγώ, σου λέγω και σου υπογράφω, σαν γιατρός που είμαι, πως θα ζήσω εκατόν δέκα χρόνια!
Λέγοντας αυτά, στριφογύριζε από δω κι από κει, σαν να ψηνόταν σε καμιά σχάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα από το στόμα του: Αχ! Αχ! Ωχ! …”. Ησύχασε για λίγο και ξαναείπε: «Αυτά έλεγα, μα σε λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα, κι έχασα το στοίχημα! Τι ταραχή! Τι τρομάρα τράβηξα! Σαστισμένος, μια βούλιαζα και μια ανέβαινα απάνω και φώναζα: Έλεος! Έλεος ! Μα κανένας δε μ’ άκουγε. Ένα ρεύμα με κλωθογύριζε σαν να ήμουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τι τράβηξα ως τα τώρα, και τι τραβώ. Τι αγωνία είναι αυτή! Όλα όσα έλεγες βγήκαν αληθινά. Το κέρδισες το στοίχημα!
Εγώ, τότε, που βρισκόμουνα στον κόσμο που ζεις, ήμουνα ο έξυπνος. Ήμουνα γιατρός, κι είχα μάθει να μιλώ και να μ’ ακούνε όλοι, να κοροϊδεύω την θρησκεία, να συζητώ για χειροπιαστά πράγματα… Τώρα όμως βλέπω πως χειροπιαστά είναι εκείνα που τα έλεγα τότε παραμύθια και χαρτοφάναρα. Χειροπιαστή είναι η αγωνία που βρίσκομαι. Άχ! Τούτος θα είναι ο σκώληξ ο ακοίμητος, τούτος θα είναι ο βρυγμός των οδόντων…»
Απάνω σ’ αυτά, χάθηκε από τα μάτια μου, κι άκουγα μονάχα τα βογγητά του, που κι εκείνα σβήσανε σιγά – σιγά. Με πήρε λίγο ο ύπνος, μα σε μια στιγμή, κατάλαβα να με σπρώχνει ένα παγωμένο χέρι. Άνοιξα τα μάτια μου, και τον βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη την φορά ήτανε ακόμα πιο φριχτός και πιο μικρόσωμος. Είχε γίνει ίσαμε ένα μικρό παιδάκι, μ’ ένα μεγάλο γέρικο κεφάλι, που το κουνούσε πέρα δώθε. Άνοιξε το στόμα του και μου είπε:
 Είπε κάτι μπερδεμένα λόγια δίχως να καταλάβω τίποτα. Ύστερα μου λέγει: Εκεί που βρίσκομαι, είναι κι άλλοι πολλοί από εκείνους που σε περιπαίζανε για την πίστη σου, και τώρα καταλάβανε πως οι εξυπνάδες δεν περνούνε παραπέρα από το νεκροταφείο. Είναι και κάποιοι άλλοι που τους έκανες καλό, κι αυτοί σε κακολογούσανε. Κι όσο τους συγχωρούσες, τόσο αυτοί γίνονταν χειρότεροι. Γιατί ο πονηρός άνθρωπος αντί να τον κάνει η καλοσύνη να χαίρεται, αυτός πικραίνεται, επειδή τον κάνει να νιώθει τον εαυτόν του νικημένο.
Τούτοι εδώ, βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση από μένα, και δεν μπορούνε να βγούνε από την σκοτεινή φυλακή τους για να έρθουν να σε βρούνε, όπως έκανα εγώ. Βασανίζονται πολύ σκληρά, γιατί δέρνονται με την μάστιγα της αγάπης, όπως έλεγε ένας άγιος…
Πόσο αλλιώτικος είναι ο κόσμος από ότι τον βλέπαμε! Ανάποδος από την έξυπνη αντίληψη μας. Τώρα καταλάβαμε πως η εξυπνάδα μας ήτανε βλακεία, οι κουβέντες μας πονηρές μικρολογίες, κι οι χαρές μας ψευτιά και απάτη.
Εσείς που έχετε στην καρδιά σας τον Χριστό, και που για σάς ο λόγος Του είναι αλήθεια, η μοναχή αλήθεια, εσείς κερδίσατε το Μεγάλο Στοίχημα, που μπαίνει ανάμεσα στους πιστούς και στους απίστους, αυτό το στοίχημα που το έχασα εγώ ο ελεεινός, και χάθηκα, και τρέμω κι αναστενάζω, και δεν βρίσκω ησυχία.
Αληθινά, στον Άδη δεν υπάρχει πια μετάνοια…
Αλίμονο σ’ όσους πορεύονται όπως πορευθήκαμε εμείς, τον καιρό που είμαστε πάνω στη γη. Η σάρκα μας είχε μεθύσει, και εμπαίξαμε εκείνους που πιστεύανε στον Θεό και στη μέλλουσα ζωή, κι ο πολύς κόσμος μας χειροκροτούσε. Σας λέγαμε ανόητους, σας κάναμε περίπαιγμα, κι όσο εσείς δεχόσαστε με καλοσύνη τα πειράγματα μας, τόσο μεγάλωνε η δική μας κακία.
Βλέπω και τώρα πόσο θλιβόσαστε από το φέρσιμο των κακών ανθρώπων, αλλά πως δεχόσαστε με υπομονή τα φαρμακερά βέλη που βγάζουν από το στόμα τους, λέγοντας σας υποκριτές, θεομπαίχτες και λαοπλάνους.
Αν βρίσκονταν εδώ οι δυστυχείς, στην θέση που βρίσκομαι εγώ τώρα, και βλέπανε τα πράγματα πώς είναι, θα...

Το Σάββατο των ψυχών

Μέσα στην ιδιαίτερη μέριμνά της για τους κεκοιμημένους, η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας, έχει καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι’ αυτούς.

Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία (επικοινωνία, ενότητα) μαζί τους.
Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τους οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τους εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι’ αυτούς.

Στο δίπτυχο, που φέρνουμε μαζί με το πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, γράφονται τα ονόματα των ζωντανών και των νεκρών, τα οποία μνημονεύονται.

Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της.

Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα· το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.

Με το δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια (στη γη) γιορτάζουμε την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευόμενη, εδώ στη γη, και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.

Το Ψυχοσάββατο πριν από την...

Τι έλεγε ο Άγιος Παΐσιος για τους νεκρούς, τα μνημόσυνα και το Ψυχοσάββατο!


Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος παισιος για κεκοιμημενους
Με αφορμή το πρώτο Ψυχοσάββατο παραθέτουμε τα λόγια του αγίου Παϊσίου, ο οποίος μας καλεί να προσευχηθούμε και να προσφέρουμε ελεημοσύνη για την ανάπαυση των ψυχών των κεκοιμημένων. Οι προσευχές και τα μνημόσυνα έχουν τη δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν τη ψυχή.
-Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί (πλην των Αγίων) μπορούν να προσεύχονται;
-Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνο ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από εμάς βοήθεια. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.
Μου λέει ο λογισμός ότι μόνο το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση, και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια! Γιατί, τι να τους κάνει ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει και τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνει αυτό ο πατέρας του;
Οι άλλοι όμως οι υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μία ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σε αυτή τη ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήσει και να βοηθήσει έναν υπόδικο, έτσι κι αν είναι κανείς φίλος με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήσει στο Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρει τους υπόδικους από την μία φυλακή σε άλλη καλύτερη, από το ένα κρατητήριο σε ένα άλλο καλύτερο. Ή ακόμα μπορεί να τους μεταφέρει και σε ένα δωμάτιο ή σε διαμέρισμα.
Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κλπ που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για τη ψυχή τους. Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και ταμνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνει η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχει δυνατότητα να βοηθηθούν….
…Ο Θεός θέλει να βοηθήσει τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για τη σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώσει δικαίωμα στο διάβολο να πει: Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε; Όταν εμείς προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνει. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός όταν προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν τη δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν τη ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι: Σπείρετε εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία (Α’ Κορινθ, κεφ 15, εδ 42)(δηλαδή συμβολίζει το θάνατο και την ανάσταση του ανθρώπου), λέει η Γραφή…
-Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;
-Εμ, όταν μπαίνει κάποιος στη φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνει κάτι και γι’ αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στη πραγματικότητα να μην ήταν-και είχε αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προσευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για τη ψυχή του και να ...

Οι ψυχές περιμένουν υπομονετικά την ανάστασή τους…

Αποτέλεσμα εικόνας για ψυχοσαββατο

*Μην ξεχάσουμε αύριο που είναι Ψυχοσάββατο να ανάψουμε ένα κεράκι και να προσευχηθούμε για όλους αυτούς που αγαπήσαμε και δεν είναι πλέον κοντά μας..
Σαββάτο των ψυχών..Σε πόσους αυτή η λέξη περνά αδιάφορα.Στην πολύβουη πόλη και στο άγχος της καθημερινότητας,στο κυνήγι του χρήματος, πολλοί δεν θυμόμαστε ούτε τους ζωντανούς, τους πεθαμένους θα θυμηθούμε;
Το κοιμητήριο του χωριού,είναι το σημείο αναφοράς μου τη μέρα ετούτη.Εκεί οι γυναίκες αντάμωσαν και πάλι φέτος,με κόλλυβα,κεριά και λουλούδια,»προσφορά αγάπης» για τις ψυχές που περιμένουν.Εκεί βρέθηκα κι εγώ και τις ακολούθησα…
Οι τάφοι των γιαγιάδων και των παππούδων,δίπλα στο μεγάλο κυπαρίσσι.Σα να μου φάνηκε ότι ψήλωσε περισσότερο..Και μέσα του πουλιά,πολλά πουλιά, να λένε το δικό τους τραγούδι.
Οι πρόγονοι εκεί,περίμεναν και φέτος.Μας κοιτάζουν μέσα από...

Τι έλεγε ο Άγιος Παΐσιος για το τριώδιο των κοσμικών, τις αποκριές Πηγή: http://www.agiotopia.gr/2020/02/blog-post_0.html#ixzz6EcSuS6Tz



Μπήκαμε πλέον στο τριώδιο και το καρναβάλι είναι προ των πυλών. Ενδιαφέρον έχει όμως να δούμε τι έλεγε ο Άγιος Παΐσιος για το τριώδιο και το καρναβάλι των κοσμικών ανθρώπων, τις αποκριές
Άγιος Παΐσιος για καρναβάλι – αποκριές:
Οι καημένοι οι κοσμικοί γιορτάζουν κάθε μέρα την κοσμική τους υποκρισία και ντύνονται όπως είναι μέσα τους. Παλιά, καρναβάλια γίνονταν οι άνθρωποι μία φορά τον χρόνο, μόνον τις αποκριές. Τώρα οι περισσότεροι συνέχεια καρναβάλια είναι.

Δηλαδή, παλιά έβλεπε κανείς καρναβάλια μία εβδομάδα, μόνον τις αποκριές. Τώρα βλέπει κάθε μέρα…

Καθένας ντύνεται όπως του λέει ο λογισμός! Έχουν γίνει τελείως παράξενοι. Παλάβωσαν!

Λίγοι είναι οι συμμαζεμένοι άνθρωποι, οι σεμνοί, είτε άνδρες είτε γυναίκες είτε παιδιά. Ιδίως οι γυναίκες είναι τελείως χάλια. Σήμερα που κατέβαινα στην πόλη είδα κάποια με μία κορδέλα τόσο φαρδιά, σαν επίδεσμο, κάτι μπότες μέχρι επάνω και ένα κοντό φόρεμα. Μου είπαν:

«Είναι της μόδας»!

Άλλες περπατούν με κάτι τόσο λεπτά τακούνια! Λίγο να στραβοπατήσουν, στον ορθοπεδικό θα πάνε… Τα δε μαλλιά, μην τα ρωτάς!

Μία άλλη –ο Θεός να με συγχωρέση – τι άνθρωπος ήταν; Ένα πρόσωπο άγριο, με το τσιγάρο στο στόμα, φού, φού, τα μάτια κόκκινα!…

Τώρα λένε ότι έχουν σαν αρχή να μην καπνίζουν στο σπίτι, όταν έχουν μικρά παιδιά. Τα παιδιά εν τω μεταξύ, τα καημένα, έχουν γεννηθεί… καπνιστές ρέγγες!

Και από τους καφέδες οι...

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΑ ΙΩΑΝΝΙΝΑ


Ζήλεια και φθόνος Άγιος Δημήτριος του Ροστώφ


Ρύπος της ψυχής είναι η ζήλεια, ο φθόνος, που γεννιέται από την υπερηφάνεια.
Μη ζηλεύεις, αδελφέ μου, κανέναν άνθρωπο για την ευτυχία του εδώ στη γη. Μη ζηλεύεις τον πλούσιο και τον ένδοξο. Μη ζητάς «θησαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι» (Ματθ. 6:19). Να ζηλεύεις και να μιμείσαι τον εργάτη της αρετής, τον άνθρωπο του Θεού τον χαριτωμένο από το Άγιο Πνεύμα, τον πιο ένδοξο από τους ένδοξους και τον πιο πλούσιο από τους πλούσιους, που αποταμιεύει «θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν» (Ματθ. 6:20).
Μη ζηλεύεις αυτόν που επαινούν και κολακεύουν οι άνθρωποι. Οι ανθρώπινοι έπαινοι είναι ασταθείς και ευμετάβλητοι. Συχνά μάλιστα είναι ιδιοτελείς και υστερόβουλοι. Σήμερα τα λόγια τους «γλυκύτερα υπέρ μέλι και κηρίον» (Ψαλμ. 18:11). Αύριο το στόμα τους «αράς και πικρίας γέμει» (Ρωμ. 3:14). Ζήλεψε λοιπόν το μεγαλείο του αφανούς και ...

Ας μιλήσουμε για μάσκες, τώρα που είναι και επίκαιρες


Αποτέλεσμα εικόνας για βγαλε την μασκα
Της Στέλλας Αναγνώστου -Δάλλα
Η μάσκα είναι ένα πολύ πονηρό πράγμα, αλλά ταυτόχρονα και πολύ ειλικρινές. Δεν ξέρεις ποτέ τι βρίσκεται από πίσω, αλλά πάντα ξέρεις ότι κάτι κρύβεται από πίσω, και μάλιστα διαφορετικό.
Λέει: «είμαι μια μάσκα». Επίσης όμως λέει, ότι αυτό το κάτι που κρύβεται από πίσω, δεν με ικανοποιεί απόλυτα, δεν είναι το μόνο μου πρόσωπο. Υπάρχει κι ένα άλλο πρόσωπο, που ζει μέσα μου σε λανθάνουσα κατάσταση, καταπιεσμένη.
Τον περισσότερο καιρό παλεύω να κρύψω την επιθυμία μου να το διαπραγματευτώ, να το παραδεχτώ, ή να το φανερώσω. Τώρα όμως που η κοινωνία μου επιτρέπει να δραπετεύσω από τη δεσμευτικότητα των συμβάσεών της, τώρα, φορώ τη μάσκα του εαυτού με τον οποίο ερωτοτροπώ, και δεν τολμώ να φανερώσω τον υπόλοιπο καιρό. Το τραγικό όμως είναι, ότι μέσα στην ειλικρίνειά της, η μάσκα αποκαλύπτει τις ενδόμυχες ανάγκες μου, αυτές ίσα- ίσα που δεν παραδέχομαι. Τις βροντοφωνάζει. Τις εκθέτει σε δημόσια θέα.
Αυτό είναι τραγικό για τον ενήλικα, για τον εξής λόγο: Ενηλικίωση, είναι η επιτυχημένη ολοκλήρωση όλων των εξελικτικών σταδίων της ανάπτυξης, ώστε να έχει παγιώσει πλέον ο άνθρωπος μια εσωτερική και εξωτερική κατάσταση που τον εκφράζει. Αποτυπώνει δηλαδή τις «φυσικές του προδιαγραφές», έτσι που να νοιώθει ήρεμος και χωρίς εσωτερικές πληγές και συγκρούσεις, να είναι παραγωγικός, και καθώς προχωρεί στη ζωή του, με όλες τις δυσκολίες και τα προβλήματα, αυτή η κατασταλαγμένη του προσωπικότητα, να γίνεται μία οδός προς την ευτυχία.
Για τον πνευματικό άνθρωπο, που ποτέ δεν παύει να παλεύει με πάθη κι ένα σωρό αντίρροπες δυνάμεις, η προσωπικότητα είναι κάτι που εξελίσσεται συνεχώς. Ακόμη και οι πιο μεγαλειώδεις ανατροπές της γίνονται μέσα στο πλαίσιο της «ιδιοπροσωπίας». Αυτήν ακριβώς την «ιδιοπροσωπία» καταργεί η μάσκα, έστω και προσωρινά. Διακόπτει όμως έτσι την ομαλή πορεία του ανθρώπου με συνοδοιπόρο τον εαυτό του. Όχι προς τα έξω μόνο. Μέσα του. Ας λέει ότι είναι παιχνίδι. Δεν είναι. Είναι μια άρνηση εαυτού, μια ανατροπή εαυτού. Ας είναι και προσωρινή, το ερωτηματικό, το πλήγμα, παραμένει.
Έχει κάνει ήδη μία καταγραφή στο ασυνείδητο, μια σύναψη στο βάθος του εγκεφάλου, που μιας και έγινε, θα παραμείνει ενεργή έστω και για λίγο, και κάπου θα φανεί, κάτι θα επηρεάσει, άθελά μας..
Όποιος δεν χρειάζεται να δραπετεύσει από τον εαυτό του, όποιος δεν ...

Μετάνοια την Τσικνοπέμπτη...

 «Πως αγριεύουν έτσι οι άνθρωποι; Πώς μεμιάς αφήνονται έρμαια στις ροπές και στις τάσεις τής φθαρτής ανθρώπινης τους φύσης; Πώς κατάντησε απόψε αυτή η ήσυχη επαρχιακή πόλη; Θαρρείς και δεν την κατοικούν άνθρωποι αλλά ανθρωπόμορφα τέρατα πού άλλος με κεφάλι γαιδάρου, άλλος λιονταριού, άλλος πιθήκου τρέχουν να προλάβουν να γλεντήσουν, να μεθύσουν, να άμαρτήσουν όσο γί­νεται περισσότερο. Γιατί απόψε είναι Τσικνοπέμπτη και γέμισε ή πόλη μασκαράδες. Απόψε κάθε λογικός άνθρωπος δεν ξεμυτίζει από το σπίτι του». Αυτά σκεφτότανε ο παπα-Θανάσης, καθώς έμπαινε ατό σπίτι του γυρνώντας από το ναό.

- Α, παπαδιά μου, τό κακό παράγινε! Ο Θεός νά μας συγχωρέσει, είπε στή γυναίκα του, μόλις μπήκε μέσα.Εκείνη τόν κοίταξε μέ κατανόηση.
- Ο Θεός νά μας φυλάει, είπε καί άρχισε νά ετοιμάζει τό βραδινό φαγητό.
Στό σπίτι του παπα-Θανάση, περασμένα πιά τά μεσάνυχτα, επικρατεί ησυχία. Τά παιδιά καί ή παπαδιά είχαν ήδη κοιμηθεί κι ό παπα-Θανάσης ετοιμαζότανε καί κείνος νά πάει γιά ύπνο,όταν ακούστηκε τό κουδούνι τής πόρτας. Τινάχτηκε μέσα στόν ύπνο της η παπαδιά καί βρέθηκε δίπλα στόν παπα-Θανάση.
- Μην ανοίγεις τέτοια νύχτα, πάτερ μου! τόν παρακάλεσε φοβισμένη.
- Γιατί φοβάσαι; τήν καθησύχασε εκείνος. Είναι η πρώτη φορά πού μάς κτυποϋν τέτοια ώρα τήν πόρτα; Αφού τό ξέρεις τό σπίτι του Ιερέα διανυκτερεύει κάθε βράδυ.
- Ναι, μά απόψε...
Της χαμογέλασε ό παπα-Θανάσης καί άνοιξε τήν πόρτα.
- Πάτερ μου, μέ συγχωρείτε πού ήρθα τέ­τοια ώρα, όμως ή μάνα μου πεθαίνει καί ζητά νά έξομολογηθεί καί νά κοινωνήσει.
'Ο άνθρωπος πού στεκόταν μπροστά του, παρό­λο πού ήταν άντρας, έτρεμε ολόκληρος κι άφηνε τά δάκρυά του δίχως ντροπή νά τρέχουν.
- Πήγαινε εσύ κοντά της, παιδί μου, καί γώ πάω ώς τήν εκκλησία νά πάρω τή θεία Κοινωνία καί έρχομαι αμέσως.
’Έφυγε ό άντρας αφήνοντας στόν παπα-Θανάση τή διεύθυνσή του.
- Που θά πας, πάτερ μου, μόνος σου τέτοια ώρα, μιά τέτοια νύχτα; Δέ φοβάσαι; Γ ιατί δέν τόν κρατούσες νά πάτε συντροφιά;»
Ή παπαδιά μιλούσε καί κείνος τήν κοίταζε αυστηρά.
- Μόνος είπες, παπαδιά, μόνος; Κι ό Κύριος πού θά κουβαλάω στά χέρια μου;’Ά, παπαδιά μου, κάτι σ’ έχει πιάσει απόψε καί δέ μιλάς γνωστικά.
Ντύθηκε ό παπα-Θανάσης καί βγήκε στό δρό­μο. Ξέχασε πώς ήταν νύχτα Τσικνοπέμπτης. Δέν τόν άπασχολούσαν καθόλου οί μασκαράδες πού έβλεπε γύρω του.Ένα μόνο τόν απασχολούσε, νά προλάβει νά δώσει τό «φάρμακο τής αθανασίας» στην ετοιμοθάνατη.Πήρε με δέος στά χέρια του τό Σώμα καί τό Αίμα του Χρίστου καί ξαναβγήκε στό δρόμο. Δέν κοιτούσε ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Μόνο έτρεχε νά προλάβει.Σέ μιά στροφή του δρόμου ακούσε γέλια καί φωνές. Κάποιος φώναξε κοροϊδευτικά: «Τήν ευχή σου Δέσποτα!», μά δέν γύρισε νά κοιτάξει. Καί τότε, δέν κατάλαβε πως, βρέθηκε κυκλωμένος από μιά παρέα μασκαράδων, πού προσπαθούσαν νά τόν σταματήσουν.
- Συνάδελφε, που πάμε;
Ένας νεαρός μασκαρεμένος σέ παπά, μέ χνώτο πού μύριζε ποτό, στεκόταν μπροστά του κρατώντας στό χέρι ένα σταυρό. Τα’χασε ό παπα-Θανάσης καί πριν προλάβει νά πει τίποτα, δέχτηκε τήν επίθεση όλου του τσούρμου. Άλλος τόν τραβούσε άπό τά ράσα κι άλλος του έβγαζε τό καλυμμαύχι.
'Ο παπα-Θανάσης έσφιξε στό στήθος του τ’ άχραντα Μυστήρια καί προσπάθησε νά τούς μι­λήσει, μά κανένας δέν άκουγε. Κάποιος τότε του τράβηξε τή γενειάδα καί -σάν νά τόν κτύπησε ηλεκτρικό ρεϋμα- άρχισε νά φωνάζει;
- Είναι αληθινός, ρέ, είναι αληθινός!
Ή παρέα κοκκάλωσε στή θέση της κι ό παπα- Θανάσης, μέ τό πρόσωπο μουσκεμένο από τόν ιδρώτα της αγωνίας καί τά δάκρυα του, τούς κοίτα­ξε χωρίς νά μιλα.
- Συγγνώμη, πάτερ! είπε εκείνος που του τρά­βηξε τή γενειάδα. Νομίζαμε πώς ήσασταν ψεύτικος σάν κι αύτόν καί...
- Σας είδαμε καί τέτοια ώρα έξω καί ήμασταν σίγουροι πώς ήσασταν μασκαρεμένος. Συγχωρέστε μας! είπε ένας άλλος.
- Πάω νά κοινωνήσω μιά ετοιμοθάνατη, παιδιά μου.'Ο θάνατος δέν έχει ώρες κατάλ­ληλες καί ακατάλληλες κι εγώ τρέχω νά τόν προλάβω. Καί σύ, παιδί μου, βγάλε τά ράσα τά τι- μημένα. Μην αμαρτάνεις άλλο ρεζιλεύοντάς τα. Είναι πολύ ιερό τό ράσο, γιά νά...

Άγιος Πορφύριος: «Τι θα πει άγχος, νεύρα, ψυχασθένειες…; Μπαίνει ο διάβολος και μας ανακατεύει»


Από μαγνητοφωνημένη συνομιλία του Αγίου Γέροντος Πορφυρίου.
– Γέροντας…Και όλοι οι χριστιανοί… Και όλος ο κόσμος και που πιστεύουνε και που δεν πιστεύουνε, αυτό τους τρώει…η απομάκρυνση από το Θεό.
– Συνομιλητής… Μάλιστα
– Γέροντας… Η απομάκρυνση από το Θεό φέρνει τη μοναξιά…Κατάλαβες;
– Συνομιλητής…Φέρνει κατάθλιψη, φέρνει τούτο, φέρνει εκείνο…το άγχος.
– Γέροντας…Και όταν αρνείσαι ένα μυστήριο…ένα μυστήριο…
Έχουνε γίνει τόσοι γιατροί ψυχίατροι, ψυχαναλυτές, ψυχολόγοι και δέχονται τους ασθενείς…Ποιούς ασθενείς, βρε; Ποιος είσαι εσύ που θα δεχθείς ασθενείς; Και στο τέλος πάει…’ Τί βλέπεις γιατρέ μου…; ‘ – ‘ Δεν έχεις τίποτα… Έχεις ανασφάλεια…’.
– Συνομιλητής… Τί θα πει ανασφάλεια;
– Γέροντας…’ Δεν έχεις τίποτα…Πάρε αυτό…’.Άμα δε δώσεις τον εαυτό σου στο Θεό, τί να σου κάνει αυτό; Θα σε ναρκώσει σήμερα, αύριο μπορεί να σου ρθει πιο μεγάλη.
– Συνομιλητής…πιο έντονη. Και συνήθως αυτό συμβαίνει.
Υπάρχει διάβολος σε όλα αυτά
‘Προσήλωση. Ξέρεις τί θα πει; Είναι από...

19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ

Είναι η μεγάλη εορτή της αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας, η οποία μαρτύρησε στις 19 Φεβρουαρίου 1589 στην Αθήνα. Η Αγία καταγόταν από τη σπουδαία οικογένεια των Μπενιζέλων. Γεννήθηκε δε με θαυματουργικό τρόπο, ύστερα από προσευχές των γονέων της προς την Υπεραγία Θεοτόκο, διότι για χρόνια δεν αποκτούσαν παιδί.
Φρόντισαν οι ευσεβείς γονείς της να την αναθρέψουν με επιμέλεια και να την μορφώσουν με την ανθρώπινη και θεία σοφία. Σε πολύ μικρή ηλικία την πάντρεψαν με ένα πλούσιο άρχοντα της Αθήνας , κατά πολύ μεγαλύτερό της, ο οποίος της συμπεριφερόταν με απάνθρωπη σκληρότητα και αυταρχικότητα. Η Αγία υπέμενε τη σκληρή συμπεριφορά του συζύγου της επί τρία ολόκληρα χρόνια . Τελικά ο σύζυγός της απεβίωσε ξαφνικά. Η αγία έμεινε πλέον στο πατρικό της σπίτι με τους γονείς της. Πολλοί νέοι τη ζήτησαν σε γάμο, όλα τα αρχοντόπουλα της Αθήνας και της περιοχής ,εκείνη όμως απέρριπτε όλες τις προτάσεις. Η αγία , απ’ ό,τι φαίνεται άλλα σκεπτόταν και ποθούσε.
Μετά τον θάνατο των γονέων της , ύστερα από δέκα χρόνια, έγινε μοναχή μαζί με τις υπηρέτριες του σπιτιού της και άλλες κοπέλλες που επιθυμούσαν τον μοναχικό βίο. Κατόπιν οράματος δε, ανήγειρε ναό προς τιμήν του Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου και Μονή εκεί όπου σήμερα είναι η Ι. Αρχιεπισκοπή Αθηνών.
Εάν η Αγία Φιλοθέη ήθελε απλώς να γίνει μοναχή, υπήρχαν πολλές μονές όπου θα μπορούσε να εγκαταβιώσει και μακριά από την Αθήνα. Όμως ο σκοπός της δεν ήταν να ζήσει μόνο την μοναχική ζωή αλλά να βοηθήσει τον λαό, ο οποίος δεινοπαθούσε κυριολεκτικά στη σκλαβιά των Τούρκων. Έτσι έφτιαξε το μοναστήρι της κάτω από την Ακρόπολη, μέσα στην πόλη.
Ήταν ένα μοναστήρι διαφορετικό από τα άλλα. Μέσα σε αυτό λειτουργούσε σχολείο, νοσοκομείο , γηροκομείο, ορφανοτροφείο, εργαστήρια εκμάθησης υφαντικής, κεντήματος. Εκεί τα παιδιά της Αθήνας μάθαιναν γράμματα, την πίστη τους και την ιστορία τους. Εκεί οι γυναίκες της Αθήνας και των περιχώρων μάθαιναν διάφορες τέχνες που τους ήταν χρήσιμες στην οικογένειά τους. Όταν παντρεύονταν ήξεραν να υφάνουν , να ράψουν τα ενδύματα για όλη την οικογένεια , ακόμη μπορούσαν να πωλήσουν, ώστε να...

Παρακλητικός Κανών Αγίου Παϊσίου


* Γιατί με αφήνεις και τυραννιέμαι;



Μπήκα πριν λίγα χρόνια στο νοσοκομείο Καβάλας για αφαίρεση χολής.

Δίκλινος ο θάλαμος, δίπλα μου ο Παναγιώτης από τη Θάσο
ένας άνδρας γύρω στα σαράντα σοβαρός και ολιγομίλητος στην αρχή.

Το απόγευμα στην επίσκεψη των ιατρών
παρατηρώ τα πόδια του γεμάτα λακούβες, εμφανώς παραμορφωμένα.

Ακούω τον διάλογο:

-Πως τα κατάφερες;

-Όχι εγώ ... ο Χριστός.

Αργότερα αφού γνωριστήκαμε μου λέει:

"Από μαθητής γυμνασίου μπήκα στις ουσίες.

Στην δευτέρα λυκείου έπαιρνα ήδη ηρωϊνη.

Δεν έβρισκα κανένα λόγο για να ζω.

Έβριζα συνέχεια τον Θεό
γιατί με έφερε σ' αυτόν τον κόσμο.

Για είκοσι περίπου χρόνια η ζωή μου δεν...

Εάν δυσκολευτείς από τον δαιμονικό πόλεμο, εφάρμοσε έναν άλλον τρόπο προσευχής ανώτερο από το «ελέησόν με»


Αποτέλεσμα εικόνας για Γέροντας Εφραίμ Σκήτης Αγίου Ανδρέα
Γέροντας Εφραίμ Σκήτης Αγίου Ανδρέα
~ Ένας ασκητής που πολεμούνταν σφοδρά από τα δαιμόνια της πορνείας και της εσωτερικής κατακρίσεως, έλεγε το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» χιλιάδες φορές καθημερινώς.
Παρόλο αυτά όμως, ο εχθρός διάβολος δεν υποχωρούσε ούτε πόντο!
Μια μέρα τον φώτισε το Άγιο Πνεύμα και θυμήθηκε τα λόγια ενός συνασκητού του, που του είχε πει:
– Εάν δυσκολευτείς από τον δαιμονικό πόλεμο, εφάρμοσε έναν άλλον τρόπο προσευχής ανώτερο από το » ελέησόν με». Δοξολόγησε τον Χριστό και ...

π. Αρσένιος Βλιαγκόφτης, Θέλουν να ξαναφέρουν τον πάπα



Εκπομπή με τον π. Αρσένιο Βλιαγκόφτη που μεταδίδεται από τα κανάλια Atlas TV και Αχελώος TV (Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020)

Μέγα Θαύμα! Εμφάνιση του Αγίου Παϊσίου στην ηγουμένη της Ι.Μ. Σεϊδανάγιας της Συρίας: "Έλα στο σπίτι μου"


Ποιος νους  δύναται να κατανοήσει τα θαυμαστά  γεγονότα  όπως εκτίθενται στο παραπάνω ζωντανό βίντεο σε μια χρονική συγκυρία που όλα τα Εθνικά μας θέματα είναι ανοικτά και τρέχουν, μάλιστα την στιγμή χρειαζόμαστε την άνωθεν βοήθεια δίχως μεμψιμοιρίες και ανθρώπινες αδυναμίες.

Στεκόμαστε  σε μια θαυμαστή συγκυρία δίχως να αποσκοπούμε σε κοσμικές αγιογραφίες και διαφημίσεις αλλά σε κάτι που έχει να κάνει με την παρουσία των Αγίων μας στις Εθνικές Επάλξεις στα σύνορα μας, στην ακριτική Αλεξανδρούπολη.
Συγκεκριμένα στον άνθρωπο που έφτιαξε το Ναΰδριο  αυτό και ο  ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ τον σύστησε κατ όναρ  στην Ηγουμένη της ΠΑΝΑΓΙΑΣ Σεϊδανάγιας  στις 7 Οκτωβρίου του 2017 …υποδεικνύοντας  την ...έλα στο σπίτι μου.

Στο ίδιο άνθρωπο που τυχαίνει να ήταν πνευματικό παιδί του ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ  σύμφωνα με μαρτυρία του ιδίου που κυκλοφορεί από πολλών χρόνων, ό ίδιος ο ΑΓΙΟΣ του είπε αρχές δεκαετίας του 90

ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ανέστη Μαυροκέφαλου
«Γέροντα, του λέω, «απ’ την Αλεξανδρούπολη είμαστε. Μήπως μας πιάσει η μπόρα κατά κει;»

Μου απαντά: «Κοίταξε να δεις. Οι Τούρκοι δε θα μπουν στην Αλεξανδρούπολη»

Αδελφοί μου  ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ φυλάει σκοπιά στα νοητά σύνορα της Πατρίδας μας, φυλάει Θερμοπύλες και ...