
"Μαμά, μαμά, γιατί πέθανες; Εἶμαι ἀκόμη μικρός, πῶς θά ζήσω χωρίς ἐσένα;"

Από τον βίο του αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου: Η αρετή της αγάπης και της φιλοξενίας προς τους αδελφούς! [11 Ιανουαρίου]
Ο μέγας Θεοδόσιος την ανέχεια των φτωχών τη νικούσε με την παροχή των αναγκαίων, αν και αυτά που μπορούσε να δώσει ήταν λιγότερα από όσα ήθελε˙ όπως ακριβώς και όσα θα ήθελε να δώσει ήταν πάντοτε λιγότερα από τη πλουσιοπάροχη δωρεά του Πνεύματος,1 όπως θα φανεί από τα παρακάτω.
Ενώ λοιπόν είχε τόση συμπόνια για όλους γενικά εκείνους που υπέφεραν από τη φτώχεια, έδειχνε ακόμη περισσότερη προς όσους υπέφεραν περισσότερο, καθώς, μαζί με τη φτώχεια, τους βασάνιζε και κάποια αρρώστια ή αναπηρία, ή ακόμη και η ιερά νόσος, δηλαδή η επιληψία, το πιο βαρύ από όλα. Έτσι λοιπόν γινόταν μάτι για τους τυφλούς, πόδι για τους κουτσούς, ρούχο για τους γυμνούς, βοηθός, δούλος. Για τους πάντες γινόταν τα πάντα,2 λόγω της πολλής του φιλανθρωπίας: έπλυνε αίματα, καθάριζε τραύματα, φιλούσε στα χείλη τους λεπρούς, και έτσι, με πολύ σοφό τρόπο, τους παρηγορούσε και τους έπειθε να υπομένουν με ηρεμία τη συμφορά τους. Αν, επομένως, κάποιοσ τον ονομάσει λιμάνι, για όλους, όπως επίσης ιατρείο, καταφύγιο και ταμείο για όλους, θα μιλήσει σωστά και σύμφωνα με την αλήθεια. Γιατί όλοι δέχονταν από αυτόν τη φροντίδα που ...
