"Μαμά, μαμά, γιατί πέθανες; Εἶμαι ἀκόμη μικρός, πῶς θά ζήσω χωρίς ἐσένα;"





Ἐπιστροφή ἀπό τήν ἄλλη ζωή – Μαρτυρία 
Διηγεῖται ἡ Οὐστγιούζινα Κλαύδιγια Νικίτισνα

"Ἤμουν ἄθεη καί ἔβριζα πολύ καί φοβερά τό Θεό. 
Ζοῦσα μέσα στή ντροπή καί τήν πορνεία καί ἤμουν νεκρή στή γῆ. 
Ὅμως ὁ ἐλεήμων Θεός δέν ἄφησε νά χαθῶ, ἀλλά μέ ὁδήγησε στή μετάνοια. 
Στά 1961 ἀρρώστησα ἀπό καρκίνο καί ἤμουν ἄρρωστη τρία χρόνια.
Δέν ἔμενα ξαπλωμένη, παρά ἐργαζόμουνα καί ἔκανα θεραπεία σέ γιατρούς, ἐλπίζοντας νά βρῶ θεραπεία. Τούς τελευταίους ἕξη μῆνες εἶχα τελείως ἀδυνατίσει, τόσο πού οὔτε νερό δέν μποροῦσα νά πιῶ.
Μόλις τό ἔπινα, ἀμέσως τό ἔκανα ἐμετό.
Τότε μέ πῆγαν στό νοσοκομεῖο καί ἐπειδή ἤμουν πολύ ἐνεργητική κάλεσαν ἕνα καθηγητή ἀπό τή Μόσχα καί ἀποφάσισαν νά μέ χειρουργήσουν.

Μόλις μου ἄνοιξαν τήν κοιλιά, ἀμέσως πέθανα. 
Ἡ ψυχή μου βγῆκε ἀπό τό σῶμα καί στέκονταν ἀνάμεσα σέ δύο γιατρούς καί ἐγώ μέ μεγάλο φόβο καί τρόμο κοίταζα τήν ἀρρώστια μου. 
Ὁλόκληρο τό στομάχι μου καί τά ἔντερά μου ἦταν προσβεβλημένα ἀπό καρκίνο. 
Στεκόμουνα καί σκεπτόμουνα γιατί εἴμαστε δύο; 
Δέν εἶχα ἰδέα ὅτι ὑπάρχει ψυχή.

Οἱ κομμουνιστές μᾶς φούσκωναν καί μᾶς δίδασκαν ὅτι ἡ ψυχή καί ὁ Θεός δέν ὑπάρχουν, ὅτι αὐτό εἶναι μόνο ἐπινόηση τῶν παπάδων γιά νά ξεγελάσουν τό λαό καί νά...τόν κρατοῦν σέ φόβο γιά κάτι πού δέν ὑπάρχει. 

Βλέπω τόν ἑαυτό μου πού στέκεται καί τόν βλέπω πάλι πάνω στό χειρουργεῖο. 
Μοῦ ἔβγαλαν ἔξω ὅλα τά ἐντόσθια καί ἀναζητοῦσαν τόν δωδεκαδάκτυλο. 
Ἀλλά ἐκεῖ ὑπῆρχε μόνον πύον, τά πάντα ἦταν κατεστραμμένα καί χαλασμένα, τίποτε δέν ἦταν ὑγιές. Οἱ γιατροί τότε εἶπαν: «αὐτή δέν ἔχει μέ τί νά ζήσει».

Ὅλα τά ἔβλεπα μέ μεγάλο φόβο καί τρόμο καί πάλι σκεπτόμουνα: 
«Πῶς καί ἀπό ποῦ εἴμαστε δύο;.
Στέκομαι καί ταυτόχρονα εἶμαι ξαπλωμένη; 
"Οἱ γιατροί τότε ἐπέστρεψαν τά ἐντόσθιά μου ὅπως-ὅπως καί εἶπαν ὅτι τό σῶμα μου πρέπει νά δοθεῖ στούς νέους εἰδικευόμενους γιατρούς γιά διδασκαλία καί τό μετέφεραν στό νεκροστάσιο καί ...

Από τον βίο του αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου: Η αρετή της αγάπης και της φιλοξενίας προς τους αδελφούς! [11 Ιανουαρίου]




 Ο μέγας Θεοδόσιος την ανέχεια των φτωχών τη νικούσε με την παροχή των αναγκαίων, αν και αυτά που μπορούσε να δώσει ήταν λιγότερα από όσα ήθελε˙ όπως ακριβώς και όσα θα ήθελε να δώσει ήταν πάντοτε λιγότερα από τη πλουσιοπάροχη δωρεά του Πνεύματος,1 όπως θα φανεί από τα παρακάτω.

Ενώ λοιπόν είχε τόση συμπόνια για όλους γενικά εκείνους που υπέφεραν από τη φτώχεια, έδειχνε ακόμη περισσότερη προς όσους υπέφεραν περισσότερο, καθώς, μαζί με τη φτώχεια, τους βασάνιζε και κάποια αρρώστια ή αναπηρία, ή ακόμη και η ιερά νόσος, δηλαδή η επιληψία, το πιο βαρύ από όλα. Έτσι λοιπόν γινόταν μάτι για τους τυφλούς, πόδι για τους κουτσούς, ρούχο για τους γυμνούς, βοηθός, δούλος. Για τους πάντες γινόταν τα πάντα,2 λόγω της πολλής του φιλανθρωπίας: έπλυνε αίματα, καθάριζε τραύματα, φιλούσε στα χείλη τους λεπρούς, και έτσι, με πολύ σοφό τρόπο, τους παρηγορούσε και τους έπειθε να υπομένουν με ηρεμία τη συμφορά τους. Αν, επομένως, κάποιοσ τον ονομάσει λιμάνι, για όλους, όπως επίσης ιατρείο, καταφύγιο και ταμείο για όλους, θα μιλήσει σωστά και σύμφωνα με την αλήθεια. Γιατί όλοι δέχονταν από αυτόν τη φροντίδα που ...