Δὲν ἑάλω ἡ Πόλις!





Δεν εάλω η Πόλις! Δεν αλώνονται ούτε τα ιδανικά, ούτε τα σύμβολα, αλλά ούτε κι' ο Ελληνισμός.

Μόνο για λίγο καιρό ξαποσταίνουν και ξανά προς τη Δόξα τραβούν! Η Πόλις είναι μέσα μας. Η απαρχή της νέας πορείας μας. Με τις εξάρσεις και τις παρακμές, τις περιπέτειες, τα πλήγματα και τις αναλαμπές
της. Δεν πεθαίνει εύκολα ο Ελληνισμός. Όσες συνωμοσίες κι αν υφανθούν εναντίον του. Όσοι μίσθαρνοι ηγέτες κι αν τον ταλαιπωρήσουν. Είναι απρόβλεπτος ο Ελληνισμός. Εκεί που σκύβει βαθειά το
κεφάλι, εξουθενωμένος απ' τη βία, ξανατινάζει το κορμί του, αναγεννώμενος απ' τις στάχτες του.

Η Πόλις είναι το σύμβολο. Και σαν σύμβολο έχει εγγραφεί βαθειά στη μνήμη του Ελληνισμού, ώστε έχει περάσει στο γενετικό κώδικα της ίδιας της συνειδήσεως του. Επομένως δεν μπορεί ν' αλωθεί ούτε 
απ' τα μιλλιούνια της Ανατολής, που την κατακλύζουν σήμερα, ούτε απ' τις τουρκικές προσπάθειες να γίνει τζαμί η Αγιά Σοφιά, ούτε απ' τις οργανωμένες, κατά καιρούς, επιθέσεις, εναντίον του Οικουμενικού
Πατριαρχείου.

Δεν εάλω η Πόλις, ούτε και πρόκειται να αλωθεί. Καθώς γράφουμε, ξεπηδά απ' τα βάθη της μνήμης μας μια ιστορία, που αν δεν είναι αληθινή, τουλάχιστον θα μπορούσε ν' αποθανατισθεί σαν θρύλος.

Μας την αφηγήθηκε, πριν μερικά χρόνια, προσωπικότητα αξιόλογη (τηρούμε την ανωνυμία της) και πάντως ούτε ευφάνταστη, ούτε παραμυθολογία.
Πριν μερικά χρόνια, λοιπόν, υπηρετούσαν απ' τη μια κι' από την άλλη όχθη του Έβρου, στα σύνορα, που διαιρούν τη Θράκη μας στα δύο, αντίστοιχα Έλλην και Τούρκος στρατηγός.
Οι δυο άνδρες είχαν συνδεθεί με στενή μεταξύ τους φιλία.
Πολύ περισσότερο που Τούρκος στρατηγός, είχε σύζυγο Ελληνίδα.

Όταν έφθασε ο καιρός να μετατεθούν για άλλη υπηρεσία, προσκάλεσε ο Τούρκος τον Έλληνα συνάδελφο του.
«Τόσον καιρό», του είπε, «περάσαμε ανέφελα μαζί. Οι διαφορές που έχουν οι δύο χώρες μας, μεταξύ τους, δεν επηρέασαν τη φιλία μας. Αλλά εμείς οι Τούρκοι θεωρούμε τη φιλία ιερή. Θα ήθελα αύριο το
βράδυ να σου το αποδείξω».

Την επόμενη, στις 10 ακριβώς, ο Έλλην επιβιβαζόταν στο ιδιωτικό αυτοκίνητο του Τούρκου. Νύχτα αφέγγαρη ήταν. Ερημικοί οι δρόμοι. Ανοιχτή κι' η λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας προς την Πόλη.

Κοντά στα μεσάνυχτα πρέπει να πλησίασαν στις παρυφές της. Ύπνος βαθύς είχε καθηλώσει στα κρεβάτια τους κατοίκους της. Ησυχία στους δρόμους. Γρήγορος, ο οδηγός Τούρκος, μπήκε, βγήκε από
στενά, από περιπλεγμένα σαν κουβάρι καλντερίμια.

Νύχτα αφέγγαρη. Έσβησε τη μηχανή, σταμάτησε μπροστά στη καγγελόπορτα. Την άνοιξε με μια σκουντιά. Χωρίς φακό, περπάτησαν σιωπηλοί οι δυο τους, προσεκτικά ανάμεσα σε...
εμπόδια. Πέτρες νάταν
άραγε; Βράχια; Μάρμαρα σπασμένα με επιγραφές στα ελληνικά;

Ο Γοργός ρυθμός, η αγωνία, η περιέργεια, δεν άφηναν στον Έλληνα περιθώρια να ψάξει ούτε καν να προβληματιστεί.
Ακολουθούσε τον Τούρκο πειθήνια, σαν αυτόματο χωρίς φόβο, με περίσσια εμπιστοσύνη. Ούτε καν που του πέρασε απ' το μυαλό, πως μπορούσαν νάναι κακές οι προθέσεις του.

Στάθηκαν μπροστά σε διπλομανταλωμένη σιδερένια στενή θύρα, Έβγαλε κλειδί απ' την τσέπη του ο Τούρκος. Ξεκλείδωσε. Άνοιξε. Υπόγειο ήταν. Μούχλα ανάδιναν οι τοίχοι. Μούχλα και κλεισούρα.
Λησμονιά καταχωνιασμένη στα έγκατα της γης. Περπάτησαν κι' οι δυο, σε διαδρόμους, χωρίς να σκοντάφτουν. Τους βάραινε η σιωπή, μα πιότερο ακόμη κι' απ' τη σιωπή, η αναμονή. Που πήγαιναν, έτσι στα
τυφλά... Που κατευθύνονταν;

Ανάστροφα στο χρόνο. Σε ποιόν χρόνο; Τον ανθρώπινο η τον Θεϊκό;
Ο Τούρκος ήξερε. Αλλά δεν ήξερε ακόμη ο Έλληνας. Δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την περιπλάνηση. Μα ούτε και πρόφθαινε να προβληματισθεί. Ακολουθούσε. Με την βεβαιότητα, πως η στιγμή ήταν
μοναδική. Πως δεν θα 'χε την ευκαιρία, ποτέ άλλοτε, να την ξαναζήσει. Ακολουθούσε. Ονειρευόταν άραγε; Υπνοβατούσε; Φτερωμένη η φαντασία του, ανάπλαθε μονοπάτια, που μόνο σ' ελαφρύ ύπνο βαδίζει
κανείς; Ένα ήταν σίγουρο: Δεν θα ξανάβρισκε ποτέ τον δρόμο. Δεν θα τον ξανάβρισκε χωρίς οδηγό.

Είχαν φτάσει στο τέρμα.
Θύρα και πάλι αρματωμένη μπροστά του. Βαριά σιωπή. Η σιγή της ύστατης ώρας. Που ήρθε να διακόψει μόνο το τρίξιμο της κλειδαριάς. Το γκρίμασμα του σκουριασμένου σίδερου. Μισάνοιξε η βαριά θύρα.



Ισχνό το εσωτερικό. Υπερκόσμιο. Μυστηριακό. Υπόγειο; Μουντρούμι; Κενοτάφιο;
Και τότε, τότε μόνον μίλησε ο Τούρκος: «Εσείς οι Έλληνες, δεν πιστεύετε στον θρύλο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά; Δεν λέτε και ξαναλέτε μεταξύ σας, πως βόλι εχθρού δεν τον άγγιξε; Πως δεν τον κατάπιε το
μανιασμένο πλήθος των πορθητών της Πόλης; Αλλά πως θα τον τράβηξε η Παναγιά στην αγκαλιά της, για να τον κάνει Αθάνατο; Δεν είστε βέβαιοι πως ζει ο μαρμαρωμένος βασιλιάς: Δεν είναι θρύλος.
Ψεύτικη ελπίδα. Όνειρο. Φαντασία. Είναι αλήθεια. Δες και μόνος σου.

Στο πάτωμα, μισοανασηκωμένος στον έναν αγκώνα ο Έλληνας είδε, είδε με τα μάτια του, τον μαραμρωμένο βασιλιά. Ανασηκωμένο.
Ρίγος μεταφυσικό τον διαπέρασε. Θόλωσαν απ' τα δάκρυα τα μάτια του. Θαμπώθηκε η όραση του. Έκανε το σταυρό του. Μπροστά του, εκεί σε απόσταση ανάσας, το θαύμα.
Κι' ήταν αυτός, ο τυχερός που είχε αξιωθεί να το ζήσει. Με τις αισθήσεις του. Σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.
Πηχτή η σιωπή, σχεδόν, κοβόταν με το μαχαίρι.

Μίλησε και πάλι ο Τούρκος: «Πριν μερικά χρόνια κείτονταν στο έδαφος ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ. Τον τελευταίο καιρό άρχισε σιγά-σιγά ν' ανασηκώνεται. Πάμε».
Ξανάκλεισαν τη θύρα. Την ξανακλείδωσαν. Αντίστροφα βγήκαν μέχρι την αυλή απ' τα υπόγεια. Ξαναπέρασαν την καγκελλένια πόρτα.
Δεν άφησαν πίσω ίχνη απ' τις πατημασιές τους. Κανείς δεν τους είχε δει. Μπήκαν στο αυτοκίνητο, πήραν τον δρόμο του γυρισμού. Σιωπηλοί. Χωρίς ν' ανταλλάξουν κουβέντα.
Δεν είχε ακόμη ξημερώσει σαν έφθασαν στον Έβρο. Προτού αποχωρισθούν, φιλήθηκαν σταυρωτά. Το ποτάμι κυλούσε ορμητικά προς το Αιγαίο.

«Γυρίζει πίσω το ποτάμι», μονολόγησε ο Έλλην στρατηγός. «Γυρίζει Όταν θελήσει ο Θεός»
Υπηρέτησε αργότερα στο Κέντρο.

Προτού αποστρατευθεί θεώρησε υποχρέωσή του ν' αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό στην προσωπικότητα που μας το εμπιστεύθηκε, κατονομάζοντας και τον στρατηγό, κάτω από το βλέμμα του Θεού και της
Παναγίας. Κάναμε κι' εμείς τον σταυρό μας μουρμουρίζοντας «Δεν εάλω η Πόλις».



Ελένη Κυπραίου