Ιδού, η Αγία Παρθένος δεν έγραψε τίποτε σε χαρτί που θα μπορούσε να ονομαστεί Ευαγγέλιο. Ούτε κάποιος άλλος κατέγραψε τα λόγια της και τα δημοσίευσε ως δικό της Ευαγγέλιο. Το μόνο που διασώθηκε από τα λόγια της και καταγράφηκε στο Ευαγγέλιο του Λουκά είναι ο ευχαριστήριος ύμνος της προς τον Θεό: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον». Αυτός ο ύμνος ψάλλεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε ημέρα κατά την ακολουθία του Όρθρου. Ως προς την ομορφιά του, αυτός ο ύμνος της Θεοτόκου μπορεί να συγκριθεί με τους ωραιότερους ψαλμούς του Δαβίδ. Και ως προς το βάθος και τη σοφία του, αποτελεί ένα μικρό Ευαγγέλιο.
Αναμφίβολα, η Θεομήτωρ πρόφερε ακόμη πολλά θαυμάσια λόγια και νουθεσίες κατά τη διάρκεια της ζωής της. Όμως, κατά τη θεία Πρόνοια, αυτά παρέμειναν κρυμμένα από εμάς. Αλλά, αδελφοί μου, το Ευαγγέλιο της Θεοτόκου δεν ...βρίσκεται στα λόγια της, αλλά στη ζωή της. Ολόκληρη η ζωή της είναι Ευαγγέλιο, είναι μια μεγάλη Χαρμόσυνη Αγγελία προς το ανθρώπινο γένος. Διότι το Ευαγγέλιο πάντοτε και για πάντα σημαίνει Χαρμόσυνη Αγγελία.
Ας εξετάσουμε το πρώτο και εισαγωγικό φύλλο:
Οι άγιοι Ουρανοί ανήγγειλαν μέσω αγγέλου στον Ιωακείμ και στην Άννα ότι, ως απάντηση στην προσευχή τους, θα τους δοθεί μία θυγατέρα, την οποία όλες οι γενεές της γης και όλοι οι λαοί θα ονομάζουν ευλογημένη.Τι βλέπουμε εδώ; Πρώτον, βλέπουμε προσευχή με ελπίδα· δεύτερον, την εισάκουση και την αγγελική φανέρωση· τρίτον, τον τοκετό μιας υπέργηρης και στείρας γυναίκας. Τρεις χαρές μαζί, δεμένες η μία με την άλλη.
Είναι χαρά να βλέπει κανείς ανθρώπους που προσεύχονται στον Θεό με πίστη και ελπίδα και ζητούν από τον Θεό κάτι που σε ολόκληρο τον κόσμο φαίνεται αδύνατο και γελοίο. Είναι χαρά να βλέπει κανείς πώς ο Θεός ακούει ακόμη και τέτοιες προσευχές και δίνει την υπόσχεσή Του. Και είναι χαρά να βλέπει κανείς πώς ο Κύριος δεν καταισχύνει τις προσευχές, την πίστη και την ελπίδα των δικαίων, αλλά πραγματικά, κατά τρόπο θαυμαστό, εκπληρώνει την επιθυμία τους ενάντια στους νόμους της φύσεως — Εκείνος, ο Δημιουργός της φύσεως.
Αυτό είναι το πρώτο φύλλο του Ευαγγελίου της πρώτης δούλης του Κυρίου, φύλλο πλούσια φωτισμένο από το ουράνιο φως και περίλαμπρα στολισμένο. Όποιος διαβάσει και κατανοήσει σωστά αυτό το φύλλο, θα γεμίσει με μεγάλη σοφία και θα αποκομίσει μεγάλη ωφέλεια.
Ας εξετάσουμε τώρα το δεύτερο φύλλο.
Ως τρίχρονο κοριτσάκι, η Μαρία παραδόθηκε στον Ναό και αφιερώθηκε στην υπηρεσία του Θεού — ως δούλη του Κυρίου. Και υπηρέτησε πιστά και με χαρά, χωρίς μισθό και χωρίς επίγεια ανταμοιβή, επί έντεκα ολόκληρα χρόνια. Δεν επρόκειτο για κάποια ιδιαίτερη, εκλεκτή ή εκλεπτυσμένη υπηρεσία, αλλά για μια συνηθισμένη, εντελώς συνηθισμένη διακονία. Αυτή συνίστατο στο ράψιμο, στο κέντημα και σε άλλες γυναικείες εργασίες, καθώς και στη μεταφορά νερού από μακριά, μέσα στο κρύο και στη ζέστη, στο καθάρισμα και στο πλύσιμο, στην υποδοχή των επισκεπτών και στην υπακοή προς τους ιερείς, τους Λευίτες και όλους τους προεστώτες του Ναού.
Ήταν μια υπηρεσία χωρίς γογγυσμό, καθαρή και αγία. Μια ψυχή γεμάτη βαθιά σιωπή, μέσα στην οποία αντηχούσε αδιάκοπη προσευχή προς τον Θεό. Αυτή η αγόγγυστη, προσευχητική και εντελώς ανιδιοτελής υπηρεσία, χωρίς μισθό και χωρίς καμία επίγεια ανταμοιβή — δεν είναι άραγε το δεύτερο υπέροχο φύλλο από το Ευαγγέλιο της πρώτης δούλης του Κυρίου;
Η Εύα στον Παράδεισο ήταν κυρία, την οποία υπηρετούσαν όλα τα επίγεια δημιουργήματα· κι όμως, απομακρύνθηκε από τον Θεό, άδειασε από την ευχαριστήρια προσευχή προς τον Δημιουργό της και, μέσα στην υπερηφάνειά της, προτίμησε να υπακούσει στον διάβολο παρά στον Θεό.
Η αγία Παρθένος Μαρία, αντίθετα, δεν ήταν κυρία αλλά δούλη, πιστή και αφοσιωμένη δούλη του Κυρίου μέσα σε έναν αμαρτωλό κόσμο και ανάμεσα στους πειρασμούς του κόσμου.
Ας κοιτάξουν όλοι αυτό το ευαγγελικό φύλλο, το οποίο η Θεοτόκος έγραψε με την υπηρεσία της προς τον Θεό επί έντεκα ολόκληρα χρόνια, και ας φωτίσουν την ψυχή τους με τη λευκότητα της καθαρότητας και με τη λάμψη του όλοι εκείνοι που σε ολόκληρη τη ζωή τους υπηρετούν μόνο τον εαυτό τους και σε ολόκληρη τη ζωή τους αισθάνονται ανόητοι όπως η Εύα, σκοτεινοί όπως ο σκοτεινός δαίμονας και δυστυχισμένοι όπως ο Κάιν.
Όποιος διαβάσει σωστά αυτό το δεύτερο φύλλο του Ευαγγελίου της Θεοτόκου, θα διώξει από την ψυχή του το αρχαίο φίδι, θα αναγεννηθεί, θα φωτιστεί και θα σωθεί.
Τρίτο φύλλο.
Στη Ναζαρέτ εμφανίζεται στην αγία Παρθένο Μαρία ο μέγας αρχάγγελος του Θεού Γαβριήλ, την αποκαλεί κεχαριτωμένη και ευλογημένη μεταξύ των γυναικών και της αποκαλύπτει το μυστήριο της αιώνιας Προνοίας: ότι θα γεννήσει τον Υιό του Θεού και Βασιλέα των βασιλέων, του οποίου η Βασιλεία δεν θα έχει τέλος.
Πόσο θα υπερηφανευόταν από μια τέτοια ανήκουστη τιμή η Εύα, η κυρία του Παραδείσου! Όμως η ταπεινή Μαρία δεν υπερηφανεύθηκε. Αισθάνθηκε τη μεγάλη χαρά που της ανήγγειλε ο αρχάγγελος του Θεού, αλλά ο φόβος του Θεού κρατούσε αυτή τη χαρά κλεισμένη βαθιά μέσα στην καρδιά της.
Χαρά μαζί με φόβο — αυτή ακριβώς είναι, αδελφοί, η αγία χαρά, η οποία ποτέ δεν άφησε τους Αγίους του Θεού να παραφρονήσουν από την έπαρση και να υπερηφανευθούν για τον εαυτό τους.
Τη μεγαλύτερη τιμή από τον Θεό τους την δέχονταν με το ερώτημα: ποια άραγε υπηρεσία συνδέεται με αυτή την τιμή; Δεχόμενοι την τιμή, δεν σκέφτονταν την τιμή, αλλά την υπηρεσία. Δεχόμενοι το δώρο, φρόντιζαν για το αντίδωρο, για το χρέος τους προς τον ελεήμονα Δημιουργό τους.
Έτσι και η Παναγία Θεοτόκος. Όταν άκουσε ολόκληρο το μήνυμα του αρχαγγέλου, απάντησε:
«Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».
Αυτό είναι το τρίτο φύλλο του Ευαγγελίου της πρώτης δούλης του Κυρίου. Ένα θαυμαστό και πανέμορφο ευαγγελικό φύλλο, επάνω στο οποίο είναι γραμμένα η ταπείνωση και η αγία χαρά.
Χιλιάδες και χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο σήμερα έχουν ανάγκη από αυτό το Ευαγγέλιο όπως από τον επιούσιο άρτο — πολλές χιλιάδες από εκείνους που έλαβαν τιμές από τον Θεό, αλλά αρνήθηκαν να υπηρετήσουν τον Θεό· που υπερηφανεύθηκαν για τα δώρα του Θεού σαν να ήταν δικά τους και δεν σκέφτονται καν το αντίδωρο· που έχουν μια χυδαία ικανοποίηση, αλλά δεν έχουν αγία χαρά, επειδή δεν έχουν φόβο Θεού.
Αυτοί είναι βαριά άρρωστοι, των οποίων οι άρρωστες ψυχές κείτονται μέσα στο σώμα σαν επάνω σε νεκρική κλίνη. Αν δεν πάρουν εγκαίρως το φάρμακο που τους προσφέρει η Αγία Θεοτόκος με το Ευαγγέλιό της, δηλαδή την ταπείνωση και την αγία χαρά, θα πεθάνουν με αιώνιο θάνατο, από τον οποίο δεν θα υπάρξει Ανάσταση.
Ας γυρίσουμε παρακάτω τις σελίδες.
Όταν ο δίκαιος Ιωσήφ υποψιάστηκε την Αγία Παρθένο, όταν αμφέβαλε για την παρθενική της τιμή βλέποντάς την έγκυο, εκείνη δεν δικαιολογήθηκε. Όπως δεν φοβήθηκε όταν άκουσε από τον αρχάγγελο είδηση που ποτέ άλλοτε δεν είχε ακούσει γυναικείο αυτί, έτσι και τώρα δεν φοβήθηκε τις υποψίες και τις απειλές του Ιωσήφ.
Εκτελούσε το καθήκον της, κρατώντας την ψυχή της μέσα σε βαθιά σιωπή, από την οποία αντηχούσε μια μουσική προσευχής, ακουστή μόνο στον Θεό τον Ύψιστο. Και την υπεράσπιση του εαυτού της, της αγνότητάς της και της αθωότητάς της, την άφηνε στον Θεό.
Και ο Θεός έκανε ό,τι έπρεπε να γίνει. Μέσω του αγγέλου Του δικαίωσε ενώπιον του Ιωσήφ τη δούλη Του (Ματθ. 1,20).
Δεν είναι άραγε αυτό, αδελφοί, ακόμη ένα χρυσό φύλλο από το Ευαγγέλιο της πρώτης δούλης του Κυρίου;
Και δεν μαθαίνουμε από αυτό το φύλλο ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τους ανθρώπους όταν υπηρετούμε τον Θεό; Ούτε να φοβόμαστε για την τιμή μας όταν αγωνιζόμαστε για την τιμή του Θεού; Ούτε να ντρεπόμαστε μπροστά στους ανθρώπους όταν υπομένουμε κάτι που είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού;
Ας ξεφυλλίσουμε και πολλά άλλα φύλλα από το Ευαγγέλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου, ας κατανοήσουμε τα χρυσά τους γράμματα και ας διδαχθούμε από τις σιωπηλές αλλά ζωντανές εικόνες τους.
Ποιμένες και βασιλείς, μαζί με αγγέλους, προσκυνούν τον Υιό της στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, κι εκείνη φυλάσσει όλα αυτά βαθιά μέσα στην καρδιά της και σιωπά· και σιωπώντας φροντίζει για το Παιδί της, πώς να το σπαργανώσει και πώς να το θρέψει.
Σε κάθε στιγμή δόξας Εκείνου, εκείνη ζητά να εκπληρώσει το δικό της χρέος. Το ίδιο και σε κάθε στιγμή φόβου και τρόμου, εκείνη πάλι ζητά μόνο να εκπληρώσει το χρέος της, αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα στο θέλημα του Θεού.
Όταν ο Ηρώδης αναζητεί με το ξίφος τον Υιό της, εκείνη ακούει τη φωνή του Θεού, παίρνει το Παιδί στην αγκαλιά της και καταφεύγει στη σκοτεινή και μακρινή Αίγυπτο. Χωρίς φόβο για τον Ηρώδη, αλλά με τον αδιάκοπο φόβο του Παντοδύναμου Θεού.
Όταν ο Υιός της χύνει την ουράνια διδασκαλία σαν ζωοποιό βροχή επάνω στις αποξηραμένες ανθρώπινες ψυχές, εκείνη ακούει και σιωπά όπως και οι άλλοι — μάλιστα σιωπά περισσότερο από όλους τους άλλους.
Όταν Εκείνος επιτελεί θεία θαύματα, όταν πλήθη λαού συρρέουν πίσω Του σαν πίσω από τον Λυτρωτή και Σωτήρα τους, όταν Τον εξυψώνουν και Τον δοξάζουν, εκείνη ακολουθεί από μακριά μαζί με τις άλλες ευσεβείς γυναίκες και φροντίζει τι θα μπορούσε η ίδια, ως μητέρα, να κάνει για Εκείνον, τον Παντοδύναμο και Πάμπλουτο.
Όταν κάποιος μέσα από το πλήθος φωνάζει προς τον Κύριο: «Μακαρία η κοιλία που σε βάστασε και οι μαστοί που θήλασες», εκείνη δεν εμφανίζεται και δεν λέει: «Εγώ Τον βάστασα και εγώ Τον θήλασα», αλλά κρύβεται πράα μέσα στο πλήθος του λαού, σκεπτόμενη μόνο με ποιον τρόπο θα μπορούσε να Τον υπηρετήσει — εκείνη, η δούλη του Κυρίου.
Τι θαυμαστή νουθεσία για εκείνες τις μητέρες που, όταν τα παιδιά τους πάρουν έναν καλό βαθμό σε κάποιο μικρό σχολικό μάθημα, τα ανακηρύσσουν ιδιοφυΐες, εξαιρετικά παιδιά, υπερβολικά προικισμένα, πρόωρα ώριμα, και με αυτούς τους παράλογους επαίνους κάνουν τα παιδιά τους να χάσουν το μέτρο και τρέφουν μέσα τους τα σκουλήκια της φιλαυτίας και της υπερηφάνειας!
Και όταν αυτά τα «ιδιοφυή» παιδιά μεγαλώσουν, αρνηθούν τον Θεό, βυθιστούν στην ανηθικότητα και αποκαλέσουν τις μητέρες τους αγροίκες, τότε εκείνες οι ανόητες μητέρες, πνιγμένες στα δάκρυα, αντιλαμβάνονται ότι δεν ανέθρεψαν ιδιοφυΐες, αλλά δαίμονες.
Ας σταθούμε όμως σε αυτό το φύλλο, στο οποίο παρουσιάζεται η σταύρωση του Υιού του Θεού και η σταύρωση της καρδιάς της Θεομήτορος, σύμφωνα με την προφητεία του γηραιού Συμεών του Θεοδόχου (Λουκ. 2,35). Ο Ποιμένας επλήγη και το ποίμνιο διασκορπίστηκε. Αλλά πού θα μπορούσε να φύγει εκείνη, η Μητέρα; Εκείνη στέκεται σιωπηλή και πονεμένη δίπλα στον Σταυρό. Με την παρουσία της εκεί μαρτυρεί ότι Αυτός είναι ο Υιός του Ανθρώπου, ο Υιός της, και ότι εκείνη είναι η Μητέρα Του. Κάθε επώδυνος σπασμός του Εσταυρωμένου Κυρίου επαναλαμβάνεται μέσα στην ψυχή της σαν χτύπημα μαχαιριού. Κάθε οδυνηρή κραυγή Του αντηχεί στην ψυχή της όχι σαν ηχώ, αλλά σαν βροντερός κρότος. Εκείνη όμως κρατά το στόμα της κλειστό και τη γλώσσα της άφωνη, ώστε η ψυχή της να μην έχει πού να ξεχύσει τον πόνο της. Και έτσι η ψυχή της, φορτωμένη υπέρμετρα με πόνο, να αισθανθεί όλο το βάρος των σταυρικών Του βασάνων.
Ενώ οι ληστές ουρλιάζουν από τους πόνους, ενώ ο Υιός της συσπάται μέσα στις επιθανάτιες αγωνίες, ενώ οι αποσκληρυμένοι στρατιώτες στέκονται αδιάφοροι απέναντι στα βάσανα των άλλων και κοιτάζουν μόνο τι θα μπορούσαν να κλέψουν ή να αρπάξουν από τα υπάρχοντα των σταυρωμένων, και ενώ η άθεη αγέλη των Ιουδαίων αρχόντων με τα γέλια και τους εμπαιγμούς της αυξάνει τη φρίκη και τον τρόμο της μεγάλης ανομίας, τι κάνει εκείνη; Στέκεται κοντά στον Σταυρό, ολόκληρη παραδομένη στο θέλημα του Θεού, όπως πάντοτε, με το βουητό της προσευχής μέσα στην καρδιά της, διακοπτόμενο από τις πύρινες οδύνες του πόνου, και με το σιωπηλό ερώτημα: «Με τι μπορεί να Σε υπηρετήσει η δούλη του Κυρίου, Υιέ μου και Θεέ μου;»
Ω γλυκιά Μητέρα! Μητέρα πάνω από όλες τις μητέρες! Πόσο πολύ, πόσο απέραντα υπηρετείς τον Θεό και τους ανθρώπους απλώς και μόνο στεκόμενη εκεί, δίπλα στον Εσταυρωμένο Κύριο! Πρώτα απ’ όλα, πόσο πολύ υπηρετείς την Ορθόδοξη Πίστη στεκόμενη σε εκείνον τον φοβερό τόπο! Με αυτό κλείνεις για πάντα τα στόματα των αιρετικών όλων των εποχών, οι οποίοι θα διδάσκουν ψευδώς ότι ο Χριστός ήταν φαινομενικός άνθρωπος και όχι αληθινός άνθρωπος.
Αν ήταν φαινομενικός άνθρωπος, τότε τι κάνεις εσύ κάτω από τον Σταυρό, στον αιματοβαμμένο Γολγοθά; Αν Τον γέννησες ως φάντασμα και αν ως φάντασμα Τον κράτησες στην αγκαλιά σου, από πού προέρχεται τόσος πόνος μέσα στην ψυχή σου, Πανάχραντε Αμνά του Θεού; Γιατί θα θρηνούσες για ένα φάντασμα;
Αν ο Χριστός είναι φαινομενικός άνθρωπος, τότε μόνο οι ληστές υποφέρουν επάνω στους σταυρούς τους, και όχι Εκείνος που κατέβηκε για να σώσει τους ληστές. Τότε φαινομενική είναι και η ενανθρώπηση του Υιού του Θεού, φαινομενικό το σώμα Του, φαινομενικό το πάθος Του, φαινομενική η μητρότητά σου, και τέλος — ω φρίκη! — φαινομενική και η αγάπη του Θεού προς τους ανθρώπους.
Όλο αυτό το σύνολο των βλασφημιών εσύ το συντρίβεις σε σκόνη με την παρουσία σου κάτω από τον Σταυρό Του και με τον σταυρό μέσα στην ψυχή σου. Γι’ αυτό οι αιρετικοί δεν σε αγαπούν και δεν σε τιμούν, Θεοτόκε. Γι’ αυτό τους είναι μισητό το όνομά σου, όπως μισητοί τους είμαστε και όλοι εμείς που σε αναγνωρίζουμε και σε δοξάζουμε ως Θεομήτορα. Εμείς όμως σε επικαλούμαστε και σε δοξάζουμε ως τον πρώτο προσωπικό μάρτυρα και στύλο της Ορθόδοξης Πίστεως:
της πίστεως στην αληθινή ενανθρώπηση του Θεού Λόγου,
της πίστεως στην απέραντη αγάπη Του προς το ανθρώπινο γένος,
της πίστεως στην αληθινή θυσία Του για τη σωτηρία των αμαρτωλών,
της πίστεως στις φοβερές πληγές του σώματός Του,
της πίστεως στο πανάχραντο αίμα Του που χύθηκε και στον αληθινό θάνατό Του.
Εσύ τα μαρτύρησες όλα αυτά, Οδηγήτρια, με το δικό σου πάθος κάτω από τον Σταυρό του Πάσχοντος. Στη δική σου μαρτυρία προσφεύγει η Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, ψάλλοντας τα Σταυροθεοτοκία, μνημονεύοντας το δικό σου πάθος εξαιτίας των δικών Του παθών και τους στεναγμούς σου, Αμνά του Θεού, για τον Εσταυρωμένο Αμνό του Θεού.
Και επιπλέον — πέρα από αυτή την ανυπολόγιστη υπηρεσία προς την Ορθόδοξη Πίστη — πόσο θαυμαστά υπηρετείς και καθέναν από εμάς προσωπικά, διδάσκοντάς μας με πόση πραότητα πρέπει να σηκώνουμε τον σταυρό μας κατά τον θανάσιμο αποχωρισμό από τα παιδιά μας, τους συγγενείς και τους φίλους μας! Με ήσυχο πόνο, ο οποίος, σφιγμένος μέσα στην καρδιά, φλογίζει την ελπίδα μας στον Ζωντανό και Παντοδύναμο Θεό.
Πράα σαν πρόβατο στεκόσουν κάτω από τα ρεύματα του αίματος Εκείνου που εσύ γέννησες, χωρίς να τραβάς τα μαλλιά σου, χωρίς να σπαράζεις τα χέρια σου, χωρίς κραυγές και θρήνους. Η πίστη σου στη νίκη της δικαιοσύνης Του δεν κλονίστηκε ούτε εκείνη την ώρα, όταν όλες οι φρίκες είχαν σωρευθεί πάνω από το κεφάλι σου, όταν οι κακούργοι θριάμβευαν μανιασμένα, όταν ο ήλιος σκοτείνιασε και η γη σείστηκε, ω γενναιότερη από όλες τις γυναίκες.
Η ψυχή σου ήταν ολόκληρη ντυμένη με το ένδυμα ενός υπέρβαρου πόνου, αλλά πόνου ευπρεπούς, συγκρατημένου, παρθενικού — αγίου πόνου, που δεν ζητά τη συμπάθεια κανενός άλλου παρά μόνο του Θεού, ω αιώνια ταπεινή και αιώνια σεμνή Παρθένε, Θεόνυμφε.
Αυτό είναι, αδελφοί, το Γολγοθινό φύλλο του Ευαγγελίου της Θεοτόκου, χρυσό, υπέρχρυσο. Με αυτό το φύλλο στερεώνεται η πίστη μας, απαλύνεται η θλίψη, εμφυσάται θάρρος και αποκαθίσταται η παρθενική σεμνότητα. Μακάριοι όσοι με τα πνευματικά μάτια βλέπουν τη Θεομήτορα κάτω από τον Σταυρό στον Γολγοθά και γνωρίζουν να δεχθούν ολόκληρο το Ευαγγέλιο που εκείνη, με την παρουσία της σε εκείνον τον φοβερό τόπο και εκείνη τη φοβερή ώρα, προσφέρει στον κόσμο.
Και τώρα, αδελφοί μου, σκύψτε επάνω από το υπέροχο φύλλο του Αναστάσιμου Ευαγγελίου της Θεοτόκου.
Η Υπεραγία Θεομήτωρ γνώριζε με βεβαιότητα ότι ο Υιός της θα νικούσε τον θάνατο και θα ανασταινόταν εκ νεκρών. Ιδού, είχε μάθει από την παιδική της ηλικία να πιστεύει ακλόνητα σε κάθε λόγο του Θεού. Γνώριζε ότι Εκείνος θα αναστηθεί, αλλά, όσο είναι γνωστό στους ανθρώπους, δεν ήταν η πρώτη που πληροφορήθηκε την Ανάστασή Του εκ νεκρών.
Το μεγαλειώδες αυτό γεγονός, ο άξονας της ανθρώπινης ιστορίας, το είδαν πρώτοι οι εχθροί του Χριστού και γι’ αυτό άκουσαν πρώτοι οι εχθροί Του. Πρώτοι το είδαν οι φρουροί, και από αυτούς πρώτοι το άκουσαν οι άρχοντες των Ιουδαίων, οι θεοκτόνοι. Έπειτα το έμαθε η αγαθή Μαρία από τα Μάγδαλα, έπειτα οι Μυροφόρες γυναίκες, ανάμεσα στις οποίες ήταν και εκείνη, η δούλη του Κυρίου.
Στο Πάθος στον Γολγοθά εκείνη ήταν πρώτη και σχεδόν μόνη· όμως στη νίκη και στη δόξα του Υιού της εκείνη είναι πρώτος μάρτυρας, αλλά είτε μαρτυρεί μαζί με άλλους είτε πίσω από άλλους. Είναι αυτό παρθενική σεμνότητα ή θεία Πρόνοια; Και το ένα και το άλλο.
Η Ανάσταση του Χριστού δεν προκαλεί μέσα της μια αχαλίνωτη χαρά που τρέχει, κραυγάζει, διακηρύττει και προκαλεί φθόνο, αλλά αγία χαρά, δηλαδή χαρά συγκρατημένη από τον φόβο του Θεού, όπως άλλοτε στη Ναζαρέτ, κατά τη συνομιλία της με τον αρχάγγελο Γαβριήλ.
Και η πανσοφή Πρόνοια του Θεού ακριβώς αυτό θέλησε: την ένδοξη Ανάσταση του Σωτήρα να τη δουν πρώτα οι εχθροί Του και έπειτα οι φίλοι Του, αφήνοντας τη Μητέρα στο βάθος, ώστε να μην πουν οι άπιστοι: «Η Μητέρα Του το ανήγγειλε στον κόσμο».
Έτσι το αναστάσιμο φύλλο του Ευαγγελίου της Μαρίας είναι κεντημένο με το χρυσάφι της θείας σοφίας και στολισμένο με το μαργαριτάρι της παρθενικής της πραότητας.
Και τα υπόλοιπα φύλλα του Ευαγγελίου της Θεοτόκου, από την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος επάνω σε εκείνη και στους Αποστόλους έως την Κοίμησή της — ποιος θα μπορούσε να τα ξεφυλλίσει και ποιος να τα περιγράψει;
Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλα αυτά τα φύλλα είναι γεμάτα πνευματική δύναμη και ηθικό κάλλος. Ιδού, η Αγία Θεοτόκος είχε γίνει η Μητέρα της Εκκλησίας επάνω στη γη μετά την Ανάληψη του Κυρίου. Το σπίτι του αγίου Ιωάννη στη Σιών ήταν σαν κυψέλη, από την οποία οι μεν ιεραπόστολοι της Βασιλείας του Θεού πετούσαν σαν εργατικές μέλισσες, συνοδευόμενοι από την προσευχή και την ευλογία της Θεομήτορος, και στην οποία οι δε επέστρεφαν πάλι γεμάτοι από το μέλι της εμπειρίας, της επιτυχίας και του γλυκού παθήματος για τον Κύριό τους, για να λάβουν από τη Μητέρα έπαινο, συμβουλή, ενθάρρυνση και δύναμη για νέους αγώνες.
Μέσα σε αδιάκοπη νηστεία εκείνη προσευχόταν αδιάκοπα στον Θεό για την Εκκλησία Του επάνω στη γη. Και η ωφέλεια των προσευχών της γινόταν αισθητή κοντά και μακριά.
Ήταν τα πάντα για όλους.
Για τους Ευαγγελιστές ήταν ευαγγελίστρια,
για τους Αποστόλους συνεργάτιδα,
για τους μάρτυρες συμμάρτυρας,
για τους φοβισμένους θάρρος,
για τους γενναίους αγαλλίαση,
για ολόκληρη την Εκκλησία ψυχή, Μητέρα και Μάνα.
Για όλους τους νεοφώτιστους χριστιανούς στον κόσμο, εκείνη ήταν το πιο ελκυστικό πρόσωπο. Όλοι επιθυμούσαν να τη δουν όπως επιθυμούσαν να δουν τον Χριστό. Πήγαιναν σε εκείνη ως σε προσκύνημα. Πλούσιος και φτωχός, μορφωμένος και αμαθής, δίκαιος και αμαρτωλός, όλοι όσοι διψούσαν για το πρόσωπο του Χριστού ταξίδευαν προς εκείνη για να πιουν σαν από ζωοδόχο πηγή.
Κι εκείνη τους δεχόταν όλους με μητρική αγαθότητα και παρθενική ταπείνωση. Και ο καθένας έφευγε από κοντά της ανανεωμένος στο πνεύμα, αναγεννημένος, παρηγορημένος και καθαρμένος, και επέστρεφε στο σπίτι του με περισσότερο ζήλο για τον Χριστό και με μεγαλύτερη αγνότητα στην ψυχή.
Διότι εκείνη, ακτινοβολώντας τις παρθενικές αρετές, τις μετέδιδε σε μεγάλο βαθμό σε όλους όσοι την πλησίαζαν με πνευματική δίψα.
Έτσι, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, δημιουργούσε πολυάριθμες παρθενικές ψυχές, οι οποίες την ακολούθησαν στον Παράδεισο, σύμφωνα με την προφητεία του μεγάλου Προφήτη:
«Θα οδηγηθούν στον Βασιλέα παρθένες πίσω της... θα οδηγηθούν με ευφροσύνη και αγαλλίαση, θα εισαχθούν στο παλάτι του Βασιλέως» (Ψαλμ. 45).
Αυτό που η Θεομήτωρ έδειξε με τη ζωή της και με ολόκληρη την ύπαρξή της, το εξέφρασε ο Απόστολος Παύλος με λόγια, λέγοντας προς τους Κορινθίους:
«Σας αρραβώνιασα με έναν άνδρα, για να σας παρουσιάσω στον Χριστό ως αγνή παρθένο» (Β΄ Κορ. 11,2).
Και μετανοημένες αμαρτωλές γίνονταν παρθένες στην ψυχή.
Και όλοι εμείς έχουμε κληθεί να αποκτήσουμε παρθενική ψυχή, να γίνουμε και πάλι παρθένοι, καθαροί και άγιοι, όμοιοι με την Υπεραγία Παρθένο Μαρία.
Αυτός είναι ο σκοπός του κόπου μας επάνω στη γη.
Και μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε ότι και εμείς θα εισέλθουμε στον Παράδεισο, στη σειρά των άλλων παρθένων, οι οποίες αδιάκοπα οδηγούνται προς τον ουράνιο Βασιλέα πίσω από την Παρθένο Θεομήτορα.
Και έτσι, το Ευαγγέλιο της Θεοτόκου δεν διαφέρει ούτε κατά μία κεραία από το Ευαγγέλιο του Χριστού. Ολόκληρη η ψυχή της είναι Χαρμόσυνη Αγγελία, ολόκληρη είναι Ευαγγέλιο. Ιδού, το Ευαγγέλιό της δεν είναι τίποτε άλλο παρά το Ευαγγέλιο του Χριστού, αφομοιωμένο μέσα της και πραγματοποιημένο σε αυτήν. Και μολονότι εκείνη, ως Μητέρα, έδωσε τον Χριστό από τον εαυτό της, ως χριστιανή Τον δέχθηκε πάλι μέσα της ως πνευματική πραγματικότητα, ώστε μπορούσε να πει, όπως ο Απόστολος και πριν ακόμη από τον Απόστολο: «Δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός» (Γαλ. 2,20).
Ποτέ κανείς στον κόσμο δεν έμοιασε περισσότερο με τον Χριστό τον Κύριο από τη Μαρία τη Θεομήτορα· και όχι τόσο επειδή εκείνη Τον γέννησε, όσο επειδή Τον πραγματοποίησε μέσα της και έγινε σαν ζωντανή εικόνα Του. Αυτό ακριβώς είχε δει από μακριά και προείδε ο αρχαίος Προφήτης, ο πρόγονός της, ο βασιλιάς Δαβίδ, λέγοντας: «Πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν· ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη» (Ψαλμ. 45).
Και ποια άλλη, μεγαλύτερη ωραιότητα θα μπορούσε να υπάρχει μέσα της εκτός από τον Ζώντα Χριστό στην ψυχή της; Το χρυσοστόλιστο ένδυμα, πάλι, είναι ο πλούτος των αρετών, των παρθενικών αρετών, με τις οποίες ήταν ενδεδυμένη η βασιλική ψυχή της.
Και τώρα, αδελφοί, ας επιστρέψουμε σε εκείνη, εκεί όπου την αφήσαμε, στη Σιών, μπροστά στη νεκρική της κλίνη. Μαζί με τους Αποστόλους ας πλησιάσουμε προς εκείνη, ας ασπαστούμε το χέρι της και ας ζητήσουμε την αγία της ευλογία.
Αλλά μάταια· εκείνη δεν βρίσκεται πια εκεί. Αργήσαμε πολλούς αιώνες για να λάβουμε από εκείνη την ευλογία πάνω στη γη. Ο Κύριος Χριστός, περιβαλλόμενος από τις ουράνιες δυνάμεις, κατέβηκε ο Ίδιος στη Σιών, παρέλαβε την αγία ψυχή της και την ανέβασε στους ουρανούς, στους ύψιστους ουρανούς, πάνω από τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ.
Η πρώτη δούλη του Κυρίου πάνω στη γη έγινε η πρώτη θυγατέρα του Βασιλέως στους ουρανούς. «Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου».
Δούλη του Κυρίου πάνω στη γη, θυγατέρα του δικαίου Ιωακείμ και της Άννας, δούλη στον Ναό της Ιερουσαλήμ, δούλη στη Ναζαρέτ, στη Βηθλεέμ, δούλη στην Αίγυπτο, δούλη του Υιού της και Θεού, δούλη των αγγέλων και των ανθρώπων, δούλη και στο πάθος και στη δόξα, δούλη της Εκκλησίας του Θεού πάνω στη γη, δούλη του σωτηρίου Ευαγγελίου από την πρώτη μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής της πάνω στη γη — αυτή η δούλη είναι τώρα Βασίλισσα του Κυρίου στον ουρανό, στα δεξιά του Βασιλέως Χριστού.
Μήπως όμως δεν μπορούμε, αδελφοί, και τώρα να ζητήσουμε από εκείνη την ευλογία της; Μπορούμε, βεβαίως και μπορούμε. Ιδού, αν και έγινε η πρώτη θυγατέρα του Βασιλέως Θεού, δεν έπαψε να είναι η πρώτη δούλη του Κυρίου.
Από αγάπη προς τον Δημιουργό της και από φιλανθρωπία, εκείνη και τώρα υπηρετεί την Εκκλησία του Χριστού πάνω στη γη. Και τώρα σπεύδει σε βοήθεια των πιστών, όπου κι αν οι πιστοί κραυγάζουν ζητώντας τη βοήθειά της, και μάλιστα τώρα με μεγαλύτερη δύναμη, ευκολία και ταχύτητα.
Γι’ αυτό ας την επικαλεστούμε και ας ζητήσουμε την ευλογία της. Σε όποιον εκείνη χαρίσει με έλεος την ευλογία της, αν είναι αμαρτωλός, θα δικαιωθεί· αν είναι αδύναμος, θα ενδυναμωθεί· αν είναι λεπρός, θα καθαριστεί· αν έχει πέσει, θα σηκωθεί· αν είναι λυπημένος, θα χαρεί.
Μακάριος καθένας που λαμβάνει την ευλογία της Αγίας Θεομήτορος. Και θα τη λάβει καθένας που την αισθάνεται και τη δοξάζει. Κατά την παρθενική και μητρική της ευσπλαχνία, εκείνη θα σώσει όλους όσοι με προσευχή και δάκρυα κραυγάζουν προς αυτήν:
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς!
Στον Θεό μας, τον Τριαδικό, ανήκει η δόξα και η ευχαριστία, και σε όλους εσάς χάρη και ειρήνη και υγεία και χαρά και αιώνια σωτηρία, με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των Αγίων.
Αμήν.
https://paterikos.blogspot.com/2026/08/blog-post_754.html
