«Το σφουγγάτο τ’ Αϊ- Γιώργη» του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη


ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ 
 ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
www.ret-anadromes.blogspot.com
http://historicalcrete.ims.forth.gr
Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, θεράπων άγιος των μικρών παιδιών θεωρούνταν και ο  ά γ ι ο ς   Γ ε ώ ρ γ ι ο ς,  όπως φαίνεται από το «π ε ρ ί  σ φ ο υ γ γ ά τ ο υ» θαύμα του, με το οποίο έδωσε δύναμη και σφρίγος σε ένα ασθενικό παιδί που του το ζήτησε. Υπάρχει, δηλαδή, παράδοση για ένα ζαβό παιδί, που δεν «εμπόρκε» (μπορούσε) να καταπονέσει και αυτός κανένα συνομήλικό του. Μια μέρα πήγε μπροστά στο εικόνισμα τού αϊ- Γιώργη και του είπε: «Άη μου Γιώρκη μου, να με βοηθήξης να καταπονέσω κι εγώ κανένα συνομήλικόν μου και να σου φέρω ένα σφουγγάτο» [1]. Την ίδκιαν κιόλας ημέραν το παιδί εκαταπόνεσεν ένα συνομήλικόν του, με τον οποίο επαλαίψασιν στο πλατύ της εκκλησιάς. Γεμάτος χαρά ετηγάνισε πεντέξι αυγά, έκαμεν ένα σφουγγάτο και το πήγε μπρος στο εικόνισμα του άη- Γιώργη». Σαν έφυεν ο μικρός έτυχε να περάσει ένας Χαρκίτης πεινασμένος. Έφαγε το σφουγγάτο, μετά όμως δεν μπορούσε να κουνήσει, καζικώθηκε. Παρακαλεί τον άη- Γιώργη να τον ελευθερώσει αλλά τίποτα. Τάσσεται ένα, δυο, τρία, τέσσερα γρόσια. Μόνο στα τέσσερα γρόσια ο άγιος εισάκουσε και μπόρεσε να ξεκολλήσει από την θέση του. Φεύγοντας ο Χαρκίτης ακούστηκε να λέγει: «Άη- Γιώρκη μου, καλόν ήταν το σφουγγάτον σου, μα πολύ ακριβό!». Από εδώ γεννήθηκε η παροιμία «αυτουνού τα σφουγγάτα είναι πολύ ακριβά», προκειμένου να χαρακτηρίσουν τη φιλαργυρία κάποιου[2].
     
  Υπάρχει, πάντως, και άλλη παραλλαγή της παραπάνω ιστορίας. έτσι, σε συλλογή θαυμάτων του αγίου Γεωργίου παρουσιάζεται ο Άγιος ως έξυπνος επιχειρηματίας, που ξέρει πώς να αυξήσει την περιουσία του, πώς να ...
κάνει παζάρια και πώς να παίρνει την ανταμοιβή του με το παραπάνω, να απαιτεί και να παίρνει από τρεις εμπόρους την υπέρογκη πληρωμή του σε κανονικό νόμισμα και όχι υποτιμημένο, εξωθώντας τους να του πουν: «αϊ- Γιώργη μου, ακριβά πουλάς τα σφουγγάτα σου και εμείς από σένα δεν αγοράζομε ξανά»[3].
Ο «Αϊ- Γιώργης», τέλος, είναι ένα γνωστό, σε διάφορες παραλλαγές, καθαροδευτεριάτικο δρώμενο, κυρίως στα χωριά γύρω από τον Ψηλορείτη της Κρήτης. Το κυρίως θέμα επικεντρωνόταν στην παραπάνω πανελλήνια γνωστή παράδοση του «σφουγγάτου τ’ αϊ- Γιώργη». Στη συνηθισμένη περίπτωση ένας άνδρας παρίστανε τον αϊ- Γιώργη νεκρό. Μια ομάδα ανθρώπων άρχιζε να τον μοιρολογεί και να τού ζητά συγχώρεση, γιατί κάποιος από το χωριό είχε, τάχατες, ασεβήσει, τρώγοντας το σφουγγάτο του αϊ- Γιώργη και ο «άγιος» ήταν δυσαρεστημένος για την ασέβεια αυτήν. Μια ομάδα μουντζουρωμένων αναζητεί τον κλέφτη του σφουγγάτου. Αρχίζουν, λοιπόν, να σκύβουν ένας- ένας πάνω στον… νεκρό «άγιο», να ακουμπούν τα χέρια τους πάνω του και να ορκίζονται και να λένε: «να κολλήσω επαέ απού ’μαι, αν έφαγα εγώ το σφουγγάτο σου». Και, τελικά, κάποιος απ’ όλους … κολλούσε!! Ο νεκρός «άγιος» άπλωνε τα χέρια του και τον αγκάλιαζε κρατώντας τον κολλημένο πάνω του. Ο δράστης είχε πια αποκαλυφθεί και οι λοιποί χωριανοί άρχιζαν να τον κτυπούν με τον στρούμπο (ένα ύφασμα που στην άκρη του έδεναν ένα μεγάλο κόμπο). Η εξορία του από την πόλη σηματοδοτούσε την κάθαρση. τού φόρτωναν στην πλάτη του όλα τα κακά, τα οποία, έτσι, απομακρύνονται κι αυτά μαζί του! Ήταν το εξιλαστήριο θύμα!.. ο αποδιοπομπαίος τράγος του χωριού!!
Το σκηνικό αυτό αρκεί, για να καταλάβουμε πόσο εύθραυστες είναι οι ισορροπίες, πόσο έτοιμη είναι μια κοινωνία να θεωρήσει ως αποδιοπομπαίο τον ιερόσυλο, ακόμη και αν η ιεροσυλία είναι απολύτως φανταστική και γίνεται στο πλαίσιο μιας καθαροδευτεριάτικης παρωδίας[4].     

  [1] Το είδος της δωρεάς (σ φ ο υ γ γ ά τ ο) αποδεικνύει, πιστεύω, την παιδική αφέλεια και αθωότητα. Το σφουγγάτο θα ήταν η αγαπημένη τροφή του μικρού αγοριού. Παρόμοια αφιερωτική πρακτική συναντάμε και στον δεκατετράχρονο Μακρυγιάννη, στο απόσπασμα «Στο πανηγύρι τ’ Αγιαννιού», των Απομνημονευμάτων του, όπου τον βλέπουμε προσβεβλημένο κι’ αυτόν για το ξύλο οπού έφαγε από έναν πατριώτη- γιατί του έσπασε το όπλο του- να προστρέχει στην εκκλησία τ’ αϊ- Γιάννη, να αρχινά τα κλάματα και με μεγάλες φωνές και μετάνοιες να του λέγει: «Τ’ είναι αυτό οπού γινε σ’ εμέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν; Και τον περικαλώ να μου δώσει άρματα καλά κι ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα και εγώ θα του φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον. Με τις πολλές φωνές εκάμαμεν συμφωνίες με τον άγιον».
          [2] Φαίδ. Κουκουλέ, «Το σφουγγάτον τού αγίου Γεωργίου», Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελάδος (ΗΜΕ), τ. 15, 281 και Αναστασίου Γ. Βρόντη, «Ο άγιος Γεώργιος στη Ροδίτικη λογοτεχνία», Λαογραφία 11 (1934-37), 216-245.
        [3] Τίτου Παπαμαστοράκη, «Ο άγιος Δημήτριος και άλλα παλικάρια», στο «Επτά Ημέρες», ένθετο τής «Κυριακάτικης Καθημερινής», 7 /10/2001, 11.
       [4] Ν. Ψιλάκη, Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, Ηράκλειο 2005, 122.
http://rethemnosnews.gr/2017/06/