του πατρός Δημητρίου Μπόκου
Ἀκούμπησε τὸ φορτίο μὲ τὰ ξύλα στὸν ὀγκόλιθο ποὺ ἐξεῖχε στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Ὁ ἀνήφορος τῆς ἔκοψε τὰ πόδια. Κοντοστάθηκε νὰ πάρει ἀνάσα, σκούπισε μὲ τὴν ποδιὰ τὸ ξαναμμένο της πρόσωπο. Ἀμνοεριφάκια παιχνιδιάρικα, λιγοστά, μετρημένα στὰ δάχτυλα τῆς μιᾶς χειρὸς – τὸ μικρό της ποίμνιο – τὴν προσπέρασαν ἀνυπόμονα κι ἔτρεξαν βιαστικὰ γιὰ τὸ στέκι τους. Ὁ ἥλιος, ξεφεύγοντας γιὰ μιὰ μονάχα στιγμὴ ἀπ’ τὰ πυκνὰ σύννεφα, ἔστειλε τὸ τελευταῖο χάδι του στὴ γῆ καὶ βούτηξε πρὸς τὴ δύση χλωμός.
Ἕνα κλάμα διέκοψε τὴ σιγαλιὰ τῆς βραδιᾶς. Ἡ λιγνὴ σιλουέτα της ἔγειρε πρὸς τὸ φορτίο. Ἀνασήκωσε ἀπ’ τὸν σωρό, τυλιγμένο προσεκτικὰ στὰ σπάργανά του, τὸ μωρό της. Τὴν εἶχε τυραννήσει σήμερα. Ἀνήμπορο ἦταν; Πεινοῦσε; Τρόμαξε ἀπὸ κάτι; Δὲν ἦταν σίγουρη. Τὸ κούνησε ἁπαλά, τό ’σφιξε στὴν ἀγκαλιά της, πάλεψε νὰ τὸ ἡσυχάσει. Τό ’βαλε γιὰ λίγο στὸν μαστό της νὰ τὸ ξεγελάσει.
Ἦταν τὸ μόνο ποὺ τῆς ἀπόμενε στὴ ζωή. Ὁ πόνος τὴν εἶχε τιμήσει μὲ τὴν παρουσία του πολλὲς φορές. Τρεῖς γόνοι της εἶχαν χαθεῖ χωρὶς νὰ δοῦν τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Σ’ αὐτὸ τὸ τέταρτο μονάχα, φαίνεται, τὴ θυμήθηκε ὁ Θεὸς καὶ τὸ παιδὶ γεννήθηκε καλά. Τὸ φτωχικό τους ἔλαμψε. Ἦταν ὁ γιός της, ὁ μονογενής, ὁ ἥλιος πού ’κανε μέρα φωτεινὴ τὴ νύχτα τῆς ζωῆς της.
Μὰ τὸ μικρὸ καλύβι τους ποὺ εἶχε γίνει παλατάκι, δὲν ἄργησε πολὺ νὰ ξανασκοτεινιάσει. Πᾶνε τρεῖς μῆνες τώρα ποὺ ὁ σύντροφός της ὁ ἀγαπημένος ἔσβησε. Τὸ πολύτιμο στήριγμά της χάθηκε. Ἡ χαρά της ἔφυγε ξανά. Ἔρημο δεντρὶ στὸν ἄνεμο, πολεμάει μόνη της πιά. Σφίχτηκε πάνω στὸν μικρό της γιό. Ὅλο της τὸ εἶναι μαζεύτηκε στὸ ἀδύναμο ἐκεῖνο πλασματάκι, τὸ τόσο εὔθραυστο, μὰ καὶ τόσο πολύτιμο. Ἦταν τὸ μόνο φῶς ποὺ ἔφεγγε ἀκόμα στὴν ψυχή της…
Ἀκούμπησε τὸ βρέφος μαλακὰ πάνω στὰ ξύλα καὶ ξαναπῆρε τὸ φορτίο της στὴν πλάτη. Ἔφτασε μὲ βήματα ἀργὰ στὸ φτωχικό της, ἕνα καλύβι ἔρημο, σὲ ἀπόσταση ἀπ’ τὸ ὑπόλοιπο χωριό, μοναχικὸ κι αὐτὸ σὰν τὴν κυρά του. Ταχτοποίησε τὰ λίγα ζωντανὰ στὸ στάβλο τους κι ἔκατσε κάποτε κι αὐτή, νὰ βολευτεῖ, νὰ συγυρίσει τὸ μικρὸ νοικοκυριό, νὰ ξανασάνει.
…Ἡ κρύα νύχτα ἁπλώθηκε γιὰ τὰ καλά, ὅταν μὲ τὰ πολλὰ κατάφερε νὰ βάλει τὸ μωρὸ νὰ κοιμηθεῖ κι ἔγειρε δίπλα του κατάκοπη κι αὐτή. Δὲν θά ’χαν κλείσει γιὰ καλὰ τὰ μάτια της, ὅταν τῆς φάνηκε πὼς κάποιος χτύπησε τὴν πόρτα. Ἔστησε αὐτὶ μὲ προσοχή, ἐνῶ ἡ καρδιά της σκίρτησε ἀπὸ φόβο. Καὶ νά, ποὺ κάποιος ξαναχτύπησε σιγανά, διακριτικά. Φαινόταν πώς, ὅποιος κι ἂν ἦταν, δὲν ἤθελε νὰ τοὺς τρομάξει. Μὰ τί συνέβαινε; Ποιὸς χτύπαγε νυχτιάτικα; Ἀνήσυχο τὸ βλέμμα της ἀναζήτησε τὸ μωρό της. Εὐτυχῶς κοιμόταν ἥσυχα.
Σηκώθηκε περπατώντας στὰ νύχια καὶ πῆγε ὣς τὴν πόρτα.
– Ποιὸς εἶναι; φώναξε σιγανά.
– Ἄνοιξε, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! μίλησε μιὰ γλυκειὰ γυναικεία φωνή. Ἔχω μικρὸ παιδί, χρειάζομαι φωτιὰ νὰ τὸ ζεστάνω.
Ἄνοιξε παραξενεμένη.
Μιὰ νεαρὴ μητέρα, σχεδὸν δεκαπεντάχρονο κορίτσι, στεκόταν στὴν...