π. Δημητρίου Μπόκου
Χαμήλωσε το πέπλο της κρύβοντας τα όμορφα μάτια της από τα αδιάκριτα
βλέμματα, έσφιξε πάνω της τον πτυχωτό της χιτώνα και βιάστηκε να χωθεί στο
μεγάλο ετερόκλητο πλήθος, που εδώ και ώρα ακολουθούσε τη μικρή συνοδία. Μα και
έτσι, ένιωθε κιόλας άβολα κάτω απ’ τα βλοσυρά βλέμματα των αντρών που την
κύκλωναν.
Πού έτρεχε όλος εκείνος ο κόσμος;
Η νεαρή γυναίκα πάλεψε να βγει μπροστά, μα το πυκνό πλήθος την εμπόδιζε.
Σπρωξίματα έδιναν και έπαιρναν γύρω της, μα αδιαφορούσε. Μια δυνατή φωνή ωστόσο
την ξάφνιασε:
- Τί θέλεις εδώ ανάμεσά μας εσύ;
Γύρισε τρομαγμένη και βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πρόσωπο αγριεμένο. Τον
γνώρισε αμέσως. Ήταν συντοπίτης της. Στο άκουσμα της φωνής του δυο-τρεις ακόμα
έστρεψαν περίεργοι τα κεφάλια τους.
- Ποια είναι αυτή; ρώτησε ένας τους
κι απλώνοντας με θράσος το χέρι του τράβηξε αδιάκριτα το πέπλο της.
- Μακριά της! φώναξε απότομα ο
πρώτος. Μην την αγγίζεις! Είναι ακάθαρτη. Μολύνθηκες και συ τώρα που ακούμπησες
το ρούχο της, μη μας πλησιάζεις! Και συ δεν ξέρεις τη θέση σου; γύρισε ξανά
αγριωπός προς τη γυναίκα. Τί δουλειά έχεις εδώ μέσα στον κόσμο;
Η γυναίκα
πάγωσε ολόκληρη. Τί ατυχία, Θεέ μου! Πώς αποκαλύφθηκε τόσο γρήγορα; Τί θα
γινόταν τώρα; Προσπάθησε γρήγορα να βρει διέξοδο. Γιατί όμως τους έτρεμε τόσο;
Ποιο ήταν το έγκλημά της; Ποια ήταν και τί μυστικό έκρυβε η μυστηριώδης νεαρή;
Η ίδια δεν ήξερε να τα πει με πολλές λεπτομέρειες. Γνώριζε μόνο αμυδρά, ότι πλήρωνε παλιές αμαρτίες. Βίωνε ανεπιθύμητες συνέπειες από πράγματα που είχαν συμβεί στην αρχαία εποχή. Τότε που ...





